Ότι ονειρευόμαστε … είμαστε!

Μικρές Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες 3 – Χριστουγεννιάτικες αναμνήσεις Part1

Χριστουγεννιάτικες Αναμνήσεις (Part 1)

Η Μαρία έκλεισε επιτέλους και την τελευταία βαλίτσα της και κάθισε εξαντλημένη σε μια καρέκλα. Εδώ και τρεις ημέρες, το μόνο που την απασχολούσε ήταν να προλάβει να ετοιμάσει τα πράγματά της, δηλαδή τα ρούχα της, αφού τα έπιπλα είχαν φύγει από την Νέα Υόρκη λίγες ημέρες πριν, συσκευασμένα και τοποθετημένα σε μεταλλικά κοντέινερ, έτσι ώστε να βρίσκονται στην Αθήνα λίγο μετά τις γιορτές.

Σηκώθηκε, πλησίασε το παράθυρο και κοίταξε έξω. Στα πόδια της απλωνόταν το Μανχάταν, ντυμένο για τα καλά στα γιορτινά του, μιας και ο Δεκέμβρης θα έμπαινε την επόμενη ημέρα, ενώ το χιόνι έπεφτε πυκνό. Κοιτώντας τις χαρούμενες χιονονιφάδες που στροβιλίζονταν σαν μπαλαρίνες, χορεύοντας με παρτενέρ τους τον άνεμο, χαμογέλασε και θυμήθηκε τα παιδικά της χρόνια στην Τρίπολη, την πόλη που μεγάλωσε, τότε που το χιόνι ήταν τακτικός οιωνός,  για την άφιξη του Χειμώνα και κυρίως των Χριστουγέννων.

Ένα τσούρμο πιτσιρίκια, μια παρέα που μεγάλωσε στην ίδια γειτονιά, απολάμβαναν τις ξένοιαστες στιγμές της παιδικής τους ηλικίας, παίζοντας στο λευκό στρώμα από χιόνι που κάλυπτε όλη την πόλη, και κάνοντας τσουλήθρες στα κατηφορικά δρομάκια της γειτονιάς, μέσα σε μια μεγάλη λεκάνη, που τη χρησιμοποιούσαν σαν έλκηθρο. Γέλασε φωναχτά σαν έφερε στο νου της, τις φωνές και τον τρόμο όταν τα τεχνητά τους έλκηθρα, γλιστρούσαν στον πάγο, κάνοντας την αδρεναλίνη τους να φτάνει στα ύψη. Και σχεδόν κάθε βράδυ, μιας και δεν είχαν μελέτη, αφού τα σχολεία παρέμεναν κλειστά λόγω των χιονοπτώσεων – αχ και με πόση προσμονή το περίμεναν αυτό- μαζεύονταν σε κάποιο από τα σπίτια που είχαν τζάκι, και συζητούσαν ζωηρά, φτάνοντας ακόμα και σε καυγάδες μερικές φορές, αλλά αυτούς τους αθώους καυγάδες, που γίνονταν συνήθως για κάποια ασήμαντη αφορμή, για παράδειγμα γιατί ο Κωνσταντίνος τράβηξε την κοτσίδα της Τζίνας, ή γιατί ο Ολυμπιακός νίκησε τον Παναθηναϊκό, ή ακόμα και γιατί τα αγόρια της παρέας, θεωρούσαν το αρσενικό φύλο εξυπνότερο από το θηλυκό.

Ένιωσε την νοσταλγία να γίνεται αγκαθάκι και να τσιμπά την ψυχή της. Πήρε στα χέρια της μια φωτογραφία, που είχε βρει σε μια κούτα, και την κοίταξε μελαγχολικά. Ήταν εκείνη, με τις τρεις παιδικές της φίλες, τη Τζίνα, τη Κατερίνα και τη Βούλα σε κάποιο πάρτι που είχε κάνει η ίδια στο Λύκειο. Αχώριστες για πολλά χρόνια, τελικά η Μοίρα αποφάσισε να τους δείξει  διαφορετικούς δρόμους, για να ακολουθήσει η καθεμία το δικό της. Η Τζίνα, δούλευε πια ως κοινωνική λειτουργός, είχε παντρευτεί έναν αδερφικό φίλο της Μαρίας, τον Αντώνη, απέκτησαν τρία παιδιά, και παρέμειναν στην Τρίπολη, κι έτσι είχαν λίγο περισσότερη επικοινωνία μεταξύ τους απ’ ότι με τις άλλες δυο γυναίκες. Η Βούλα, γνώρισε και παντρεύτηκε έναν στρατιωτικό, και η Μαρία χαμογέλασε καθώς την θυμήθηκε στην εφηβεία της να της λέει: «Θέλω οπωσδήποτε να παντρευτώ άντρα με στολή». Μαζί του λοιπόν απέκτησε ένα αγοράκι και γύριζε όλη την Ελλάδα ανά τακτά χρονικά διαστήματα, κι έτσι ήταν δύσκολο να κρατήσουν επαφή. Η Κατερίνα, που σπούδαζε στην Πάτρα, τελικά παντρεύτηκε, και πραγματοποίησε το όνειρό της να ασχοληθεί με τη διακοσμητική. Καθώς ο άντρας της είναι δημόσιος υπάλληλος, διορίστηκε στην Κρήτη, και πλέον μένουν μόνιμα στο όμορφο νησί, ενώ έχουν αποκτήσει και δύο πανέμορφα κορίτσια. Η Μαρία, μελαγχόλησε σκεφτόμενη ότι πια τα νέα τους τα μάθαινε από τη μαμά της, που έκανε ακόμα πολύ παρέα με τις μητέρες και των τριών κοριτσιών. Θυμόταν ότι πάντα έλεγαν πως δεν θα τις χώριζε τίποτα, και πως θα έμεναν για πάντα φίλες, όσο μακριά και αν βρίσκονταν.

Εκείνη τη στιγμή, άκουσε την εξώπορτα να ανοίγει, κατάλαβε ότι ήρθε ο άντρας της και σηκώθηκε να τον υποδεχθεί. Εκείνος την αγκάλιασε και την φίλησε τρυφερά και της είπε: «Λοιπόν ντύσου, θα βγούμε έξω. Η πόλη είναι χάρμα οφθαλμών. Θα δούμε το Χριστουγεννιάτικο δέντρο που θα στολίσουν απόψε στο κτίριο Ροκφέλερ και μετά θα πάμε να φάμε οι δυο μας στο αγαπημένο σου εστιατόριο.  Ευκαιρία μιας και τα παιδιά δεν είναι εδώ να περάσουμε λίγο χρόνο οι δυο μας πριν γυρίσουμε στην Ελλάδα». Εκείνη χάρηκε, τον φίλησε ξανά, και πήγε να ετοιμαστεί ενθουσιασμένη, μιας και τον τελευταίο καιρό ο Δημήτρης έτρεχε να τακτοποιήσει όλες τις εκκρεμότητες που είχαν απομείνει πριν την επιστροφή τους στην πατρίδα και δεν τον είχε ευχαριστηθεί όσο ήθελε.

 Η Μαρία βρισκόταν στην Νέα Υόρκη εδώ και δέκα περίπου χρόνια. Μόλις τελείωσε τις σπουδές της στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, της παρουσιάστηκε μια πολύ καλή ευκαιρία να κάνει ένα μεταπτυχιακό στην Νέα Υόρκη και έτσι αποφάσισε να μείνει για κάποιο διάστημα, στην πόλη που ονειρευόταν να ταξιδέψει από τότε που βρισκόταν στην εφηβεία. Εκεί, γνώρισε το Δημήτρη, που δούλευε σε κάποια μεγάλη εταιρία και ερωτεύτηκαν τρελά ο ένας τον άλλον. Μετά από πολλές συζητήσεις, αποφάσισαν να παντρευτούν στην Ελλάδα και να μείνουν για λίγο στην Αμερική , η Μαρία δέχθηκε μια πολύ καλή δουλειά που της πρότειναν από κάποιο κέντρο ερευνών στην Νέα Υόρκη, και συμφώνησαν πως ύστερα από κάποια χρόνια θα επέστρεφαν στην χώρα τους, ενώ στο μεταξύ απέκτησαν μαζί δυο παιδιά, ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι. Δέκα χρόνια μετά την άφιξή της Μαρίας στην Αμερική, και επτά χρόνια μετά το γάμο τους, αποφάσισαν πως ήταν καιρός να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Λίγες μέρες πριν, είχαν έρθει οι γονείς και η θεία της, καθώς και οι δυο αδερφές του Δημήτρη να βοηθήσουν στο να μαζευτούν όλα αυτά τα πράγματα, και φεύγοντας, πήραν μαζί τους τα δυο παιδιά, έτσι ώστε να διευκολύνουν το ζευγάρι, να μπορέσει να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητές του.

Η μέρα της αναχώρησης έφτασε, και η Μαρία, αδημονούσε να φτάσει στο σπίτι της και να αγκαλιάσει τους αγαπημένους της ανθρώπους, που τόσο της είχαν λείψει, μιας και στα δέκα χρόνια απουσίας της, κατάφερνε να τους επισκεφθεί μόνο έως τότε που παντρεύτηκε, γιατί έπειτα δεν της το επέτρεπαν οι επαγγελματικές της υποχρεώσεις, ενώ σύντομα απέκτησε το πρώτο της παιδί. Μπήκε στο αεροπλάνο, κάθισε κοντά στο παράθυρο και κοίταξε έξω. Καθώς απογειωνόταν, αποχαιρέτισε την πόλη που την είχε αγκαλιάσει τόσα χρόνια, και που της πρόσφερε τόσες πολλές αναμνήσεις, κυρίως ευχάριστες αλλά και δυσάρεστες. Για πολλούς ίσως η Νέα Υόρκη είναι ψυχρή και απόμακρη πόλη, για την Μαρία όμως έκρυβε μια μαγεία, μια μελαγχολία αλλά και μια τρυφερότητα που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Όταν περνούσαν πάνω από το Μανχάταν δεν ήξερε πώς να νιώσει, καθώς τα συναισθήματα μέσα της ήταν ανάμεικτα. Σίγουρα θα της έλειπε αυτή η τόσο ζωντανή και άγρυπνη πόλη, αλλά η νοσταλγία και η ανάγκη που είχε να βρεθεί επιτέλους με τα αγαπημένα της πρόσωπα, πάλεψαν με την θλίψη και την νίκησαν συντριπτικά.

Ούτε κατάλαβε πως πέρασαν οι δέκα περίπου ώρες του ταξιδιού και ευχαριστούσε το Θεό, που ο Δημήτρης είχε καταφέρει να βρει εισιτήρια για απευθείας πτήση από την Νέα Υόρκη στην Αθήνα, κι έτσι δεν χρειάστηκε να μετεπιβιβαστούν. Ήταν τόσο εξαντλημένη από τις δουλειές αλλά και το άγχος να προλάβουν να κάνουν όλα όσα χρειάζονταν, που τις περισσότερες ώρες κοιμόταν, ενώ όταν ήταν ξύπνια, συζητούσε με τον άντρα της, κάνοντας σχέδια για τις μέρες που έρχονταν. Κάποια στιγμή, μια αεροσυνοδός ανακοίνωσε πως έπρεπε να δέσουν τις ζώνες τους διότι  βρίσκονταν επιτέλους στην Αθήνα και θα ετοιμάζονταν για προσγείωση. Ήταν περίπου επτά το απόγευμα και ήδη η πόλη είχε υποδεχθεί την νύχτα που άπλωσε το σκοτεινό της πέπλο, και μ’ ένα της φύσημα, τα φώτα της πόλης άναβαν διαδοχικά, ενώ η ημέρα παρέδινε τον θρόνο της στη βραδινή πριγκίπισσα.

Λίγες ώρες αργότερα, βρίσκονταν στο σπίτι του αδερφού του Δημήτρη, που ήρθε να τους παραλάβει και απολάμβαναν τη ζεστή θαλπωρή του τζακιού, το υπέροχο πανύψηλο Χριστουγεννιάτικο δέντρο, τα νόστιμα εδέσματα της γυναίκας του, αλλά και την ευχάριστη φασαρία των παιδιών τους, που ενώ αρχικά ήταν ντροπαλά απέναντι στη θεία που δεν είχαν γνωρίσει, έπειτα ξεθάρρεψαν και έκαναν ένα σωρό ερωτήσεις για την Νέα Υόρκη αλλά και για τα ξαδερφάκια τους.

Τις επόμενες μέρες ο Δημήτρης και η Μαρία έμειναν στην Αθήνα να ξεκουραστούν να κάνουν τα ψώνια τους, και να ξεκινήσουν να ψάχνουν για δουλειά και σπίτι. Τα Χριστούγεννα θα τα περνούσαν στην Τρίπολη, στους γονείς της, ενώ ο νέος χρόνος θα τους έβρισκε στην Θεσσαλονίκη, στο πατρικό του άντρα της. Ένα χειμωνιάτικο κρύο απόγευμα, εκείνη βγήκε μια βόλτα στο Σύνταγμα, να απολαύσει τον χαρούμενο γιορτινό στολισμό, που σου έβγαζε την ανάγκη να γίνεις κι εσύ παιδί, και να χαθείς μέσα στα καραμελόσπιτα, να καθίσεις στην αγκαλιά του Άη-Βασίλη και να του ψιθυρίσεις το δώρο που τόσο προσμένεις, και τέλος να ανέβεις πάνω στα αλογάκια του Καρουζέλ που σε ταξιδεύουν σε κόσμους φανταστικούς, αυτούς που μόνο ο παιδικός νους ξέρει να πλάθει. Ένιωσε έντονα την επιθυμία να έχει εκεί τα παιδιά της, να παίζει μαζί τους, και να απολαμβάνει τις αντιδράσεις τους, και σκέφτηκε να ρωτήσει τους γονείς της, αν τους ήταν δυνατό να τα φέρουν για μία ή δύο μέρες στην Αθήνα, και έπειτα να επιστρέψουν όλοι μαζί .

Την στιγμή που έβγαζε το κινητό από την τσάντα της, άκουσε πίσω από το αυτί της μια πολύ γνωστή φωνή να της λέει: «Μαρία, εσύ;;;». Γύρισε απορημένη το κεφάλι της και δεν πίστευε στα μάτια της όταν αντίκρισε τη Βούλα, την παιδική της φίλη που είχε να δει από το γάμο της! Τις αγκαλιές και τα φιλιά διαδέχτηκε η έκπληξη όταν είδε ότι κοντά στη φίλη της στεκόταν ένα πανέμορφο επτάχρονο αγοράκι, που κοιτούσε με απορία τη μαμά του να κάνει σαν μικρό παιδί, για την ξένη κυρία την οποία έβλεπε για πρώτη φορά στη ζωή του. Η Μαρία το φίλησε κι έπειτα το κράτησε από το χέρι και πήγαν όλοι μαζί να απολαύσουν έναν ζεστό καφέ, στην καφετέρια του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετάνια», και να τα πουν έπειτα από τόσο καιρό. Αρχικά, κάθονταν αμίλητες και αμήχανες, χωρίς να ξέρουν τι να πουν νιώθοντας και οι δυο τις τύψεις να τις βασανίζουν που δεν φρόντισαν να επικοινωνούν περισσότερο.

«Απίστευτο που έχουμε τόσα χρόνια να τα πούμε, και σε συναντάω μέσα στο κέντρο της Αθήνας», έσπασε τελικά τη σιωπή η Βούλα, «Πως τα πέρασες «στην ξενιτιά;», την πείραξε.

«Απίστευτο δεν θα πει τίποτα!! Καλά ήταν! Είναι μαγεία η Αμερική Βούλα, τελείως διαφορετική νοοτροπία, τελείως διαφορετικός τρόπος ζωής. Πήρα πολλά από την Νέα Υόρκη, αλλά τίποτα δεν συγκρίνεται με το σπίτι μου και τους αγαπημένους μου ανθρώπους! Μου λείψατε όλοι πολύ!!!»

Photo Credit: lanuiop via Compfight cc
Photo Credit: lanuiop via Compfight cc

«Κι εσύ μας έλειψες!!! Αλλά τι να σου κάνω που φαγώθηκες να μορφωθείς στην άλλη άκρη της γης; Καλά δεν ήταν και τα μεταπτυχιακά στην Αθήνα;» είπε η Βούλα και η Μαρία γέλασε με τη καρδιά της με την ντομπροσύνη της φίλης της. «Δεν είχε αλλάξει καθόλου ευτυχώς», σκέφτηκε αμέσως.

«Λοιπόν; Εσύ πως τα περνάς; Μαθαίνω από τη μαμά μου ότι έχεις γυρίσει όλη την Ελλάδα. Που βρίσκεστε τώρα;»

«Τώρα είμαστε για λίγο στον Εύρο, ευτυχώς όμως, ο Νίκος έχει μαζέψει τα απαραίτητα μόρια και θα τον στείλουν για πολλά χρόνια στην Τρίπολη ίσως και μόνιμα, κι έτσι θα μείνουμε εκεί και θα στεριώσουμε επιτέλους σ’ ένα μέρος. Βαρέθηκα τα πέρα δώθε βρε φιλενάδα»

«Λογικό, αλλά αν θυμάσαι, από τότε που ήμασταν πιτσιρίκια ονειρευόσουν στρατιωτικούς και άντρες με στολές!!!!» είπε η Μαρία και γέλασαν με την ψυχή τους. Ακολούθησαν λίγα λεπτά σιωπής και έπειτα η Βούλα ρώτησε:

«Με τη Τζίνα και τη Κατερίνα μιλάς καθόλου;»

«Με την Κατερίνα έχω να μιλήσω από τότε που γέννησα τη μικρή. Με τη Τζίνα μιλάω κάποιες φορές, κυρίως σε γιορτές και γενέθλια, ή όταν στέλνουμε η μια στην άλλη διάφορα πράγματα με τους δικούς μου που πηγαινοέρχονται. Πριν από τρία χρόνια, αν θυμάμαι καλά, είχαν πει να έρθουν με τον Αντώνη και τα παιδιά και περάσουμε μαζί τις γιορτές, αλλά κάποια προβλήματα που προέκυψαν δεν τους το επέτρεψαν», είπε η Μαρία, και η χροιά της φωνής της αλλά και η έκφραση του προσώπου της, έδειχναν την ενοχή που ένιωθε εκείνη τη στιγμή. «Χαθήκαμε Βουλίτσα, και χωρίς να υπάρχει λόγος», συμπλήρωσε.

«Όντως χαθήκαμε. Άδικα δίναμε τόσους όρκους και υποσχέσεις πριν τον γάμο της καθεμιάς. Όταν παντρεύτηκε και η

τελευταία, εσύ δηλαδή, λες και τα ξεχάσαμε όλα» είπε η φίλη της λυπημένα και ακολούθησε ξανά σιωπή.

«Λοιπόν; Που θα περάσετε τα Χριστούγεννα;» Είπε ξαφνικά η Μαρία για να αλλάξει θέμα και να ξεφύγουν από εκείνη τη στιγμή αμηχανίας.

«Δεν ξέρω ακόμα. Ο Νίκος ήθελε να πάμε κάπου στο εξωτερικό με το παιδί, αλλά με τόσα ταξίδια που έχω κάνει το τελευταίο καιρό, το μόνο που θέλω, είναι ένα κρεβατάκι, ή έστω ένας καναπές, να την αράξω και να μη σηκωθώ έως και την Πρωτοχρονιά!!! Η μαμά μου μάλλον θα περάσει τις γιορτές με τις αδερφές της, οπότε ούτε που ξέρω τι θα κάνουμε τελικά. Εσείς;».

«Τα Χριστούγεννα θα είμαστε στην Τρίπολη, με τους δικούς μου, ενώ την Πρωτοχρονιά στη Θεσσαλονίκη, στην οικογένεια του Δημήτρη.»

«Μια χαρά! Οπότε φαντάζομαι ότι θα τα πούμε όταν πια έρθεις πάλι στην Αθήνα» είπε τελικά η Βούλα και συμφώνησαν σιωπηρά, ενώ αμέσως, καθώς εξακολουθούσαν να είναι αμήχανες αποφάσισαν να φύγουν με την πρόφαση πως έπρεπε να προλάβουν  να συνεχίσουν τις δουλειές και τα ψώνια τους.

 Οι δυο γυναίκες, αγκαλιάστηκαν και χωρίστηκαν με μια αίσθηση θλίψης να βαραίνει την ψυχή  τους, για τα  χρόνια που πέρασαν, χωρίς να μοιραστούν στιγμές από τη ζωή τους, όπως έκαναν όταν ήταν μικρές αλλά και για το γεγονός, ότι είχαν φτάσει σε σημείο, να αρκεστούν σε τυπικές ερωτήσεις μεταξύ τους , πράγμα που και οι τέσσερις αντιπαθούσαν εξίσου.

Οι μέρες πέρασαν και το ζευγάρι, έφυγε για Τρίπολη να περάσει τις γιορτές με τους γονείς και τους φίλους της Μαρίας. Φτάνοντας έξω από το σπίτι της, έριξε μια ματιά τριγύρω της, στην αγαπημένη της γειτονιά, και έκλεισε για λίγα δευτερόλεπτα τα μάτια της. Στο νου της, ήρθαν οι ευτυχισμένες στιγμές των παιδικών της χρόνων, και στα αυτιά της έφτασαν οι χαρούμενες φωνές των φίλων της, που έπαιζαν για πολλές ώρες στη γειτονιά, κρυφτό και κυνηγητό το καλοκαίρι, χιονοπόλεμο και τσουλήθρες το χειμώνα. Πήρε μια βαθιά ανάσα, και τα πνευμόνια της γέμισαν με καθαρό, «σπιτικό» όπως σκέφτηκε, αέρα ενώ δάκρυα γέμισαν τα μάτια της. Ο Δημήτρης που κατάλαβε τι της συνέβαινε ήρθε κοντά της και αφού την αγκάλιασε, προχώρησαν μαζί στην πολυκατοικία. Όταν χτύπησαν το κουδούνι του πατρικού της σπιτιού, άκουσαν από μέσα τα παιδιά τους να φωνάζουν χαρούμενα και να τρέχουν να υποδεχτούν με λαχτάρα τους γονείς τους, που είχαν τόσο καιρό να τους δουν.

Μετά τα πρώτα αγκαλιάσματα και καλωσορίσματα, εκείνη τριγυρνούσε στο σπίτι της, κοιτούσε και επεξεργαζόταν τα πάντα, χωρίς να πιστεύει ότι είχε επιστρέψει μετά από επτά ολόκληρα χρόνια. Είδε την θεία της που έμενε στον πάνω όροφο, ενώ επισκέφθηκε σχεδόν όλα τα σπίτια των οικογενειακών της φίλων. Τελευταίο άφησε το πατρικό της Κατερίνας, χωρίς να ξέρει αν έχει έρθει για τις γιορτές, ή αν βρίσκεται ακόμα στην Κρήτη αλλά αποφάσισε να πάει για να δει και τους γονείς της.

Χτύπησε την μεγάλη πόρτα της τριώροφης μονοκατοικίας που έμενε η φίλη της, και έμεινε άφωνη, όταν της άνοιξε ένα μικρό, επτάχρονο κατσαρομάλλικο κοριτσάκι, που ήταν ίδιο η Κατερίνα στην ηλικία που τη γνώρισε. Έμεινε για λίγα λεπτά σαστισμένη, κι έφερε στο νου της την πρώτη τους γνωριμία όταν κι εκείνη ήταν περίπου επτά ετών και η Μαρία δέκα. Αντάλλαξαν ένα απλό «γεια», αντάλλαξαν τα ονόματά τους, και σε λίγα κιόλας λεπτά, έπαιζαν στην γειτονιά, σαν να ήταν φίλες από τη μέρα που γεννήθηκαν. «Τα παιδιά, έχουν το ταλέντο να αναπτύσσουν αμέσως φιλικές σχέσεις μεταξύ τους», σκέφτηκε, «ενώ οι μεγάλοι έχουν ταλέντο για το αντίθετο ακριβώς». Ξαφνικά διαπίστωσε ότι το κοριτσάκι την κοιτούσε απορημένο αφού δεν ήξερε ποια ήταν αυτή η γυναίκα που είχε χτυπήσει ξαφνικά την πόρτα τους και καθόταν εκεί και την κοιτούσε αμίλητη. Εκείνη γέλασε και πριν προλάβει να της μιλήσει άκουσε μια πολύ γνώριμη φωνή, μέσα από το σπίτι:

«Ευγενία, ποιος είναι στην πόρτα;»

«Δεν ξέρω καλέ μαμά! Μια κυρία στέκεται και με κοιτάει!»

Η Κατερίνα παραξενεύτηκε και βγήκε να δει τι συμβαίνει, και δεν πίστευε στα μάτια της όταν είδε την

Μαρία να στέκεται μπροστά της. Έβαλε μια φωνή ενθουσιασμού και οι δυο γυναίκες αγκαλιάστηκαν και έκαναν σαν μικρά παιδιά! Ο άντρας και οι γονείς της άκουσαν τις φωνές και φοβισμένοι βγήκαν να δουν τι συμβαίνει, ενώ πίσω τους ερχόταν και η μεγαλύτερη κόρη της Κατερίνας. Εκείνη τους αγκάλιασε, ευτυχισμένη που τους ξαναέβλεπε και μπήκαν μέσα στο σπίτι όλοι μαζί. Το τζάκι ήταν αναμμένο, το δέντρο στολισμένο, και το σπίτι μοσχομύριζε από τα υπέροχα γλυκά, φτιαγμένα από τα χέρια της μαμάς της Κατερίνας. Η Μαρία, θυμήθηκε ένα σκηνικό, που μικρές, μαζί με τη Κατερίνα, παρακολουθούσαν την μαμά και τη γιαγιά της να φτιάχνει δίπλες, και μάλιστα τους έδειχναν πώς να φτιάξουν κι εκείνες, ενώ τρελός πανζουρλισμός είχε επικρατήσει, όταν η ίδια, μετά κόπων και βασάνων κατάφερε να τυλίξει μια ολόκληρη, χωρίς να κάψει όλο το σπίτι.

Κάθισαν σε δυο αντικριστές πολυθρόνες, μπροστά από το τζάκι, ενώ όλοι οι υπόλοιποι αποσύρθηκαν στον πάνω όροφο, για να αφήσουν τις δυο φίλες να τα πουν. Οι δυο γυναίκες έμειναν για λίγη ώρα αμίλητες κρατώντας η μια τα χέρια της άλλης, χωρίς να πιστέψουν ότι ήταν πάλι μαζί, μπροστά σ’ ένα τζάκι, όπως τότε που ήταν μικρά κοριτσάκια! Ένιωθαν ένα χάσμα μεταξύ τους, ένα χάσμα που το είχε προκαλέσει η απόσταση, τόσο γεωγραφική όσο και ψυχολογική, αλλά συνάμα ένιωθαν και τον αόρατο δεσμό που τις έδενε.

Photo Credit: pmeidinger via Compfight cc
Photo Credit: pmeidinger via Compfight cc

«Οι κόρες σου είναι κούκλες και οι δυο, ειδικά η μικρή είναι ίδια εσύ στην ηλικία της. Όταν την είδα στην πόρτα τα έχασα, νόμιζα ότι έβλεπα εσένα, όπως τότε που γνωριστήκαμε, θυμάσαι;» έσπασε τον πάγο η Μαρία

Η Κατερίνα χαμογέλασε και είπε ένα: «Αν θυμάμαι λέει! Ξεχνιούνται αυτά;… Η μαμά μου, μου είπε ότι οι γονείς σου είχαν εδώ τα παιδιά σου αλλά ήρθαμε σήμερα το πρωί, και δεν πρόλαβα να πάω να τα δω! Λοιπόν; Πως ήταν στην Αμερική;»

 «Πολύ καλά, πολύ διαφορετικά από εδώ, αλλά όπως είπα και στη Βούλα, σαν το σπίτι μου, πουθενά»

«Μίλησες με τη Βούλα;» απόρησε η Κατερίνα

«Α Ναι! Καλέ την συνάντησα πριν λίγες μέρες, εντελώς τυχαία στο Σύνταγμα!!!»

«Σοβαρά; Είναι καλά;»

«Μια χαρά! Λίγο εκνευρισμένη γιατί δεν έχει σταθεί σε ένα τόπο πάνω από 6-7 μήνες αλλά μου φάνηκε πολύ καλά! Έχει κι ένα γιο κούκλο!!!»

«Η Βούλα; Το μικρό της παρέας με γιό; Απίστευτο ε; Θα έρθει στην Τρίπολη για τις γιορτές;»

«Δεν ήξερε αλλά δεν το νομίζω. Εξάλλου η μαμά της θα είναι στην Αθήνα απ’ ότι μου είπε και η ίδια που πέρασα πριν από λίγο να την δω. Οπότε το πιο πιθανό είναι να περάσουν εκεί τουλάχιστον τα Χριστούγεννα»

«Μάλιστα!»

Ξανά αυτή η ίδια βασανιστική αμηχανία που τις έπνιγε και δεν τους έδινε το περιθώριο να νιώσουν άνετα. Μίλησαν λίγο ακόμα, τυπικά και λιτά και τελικά η Μαρία αποφάσισε πως δεν υπήρχε λόγος να νιώθουν και οι δυο άσχημα, και σηκώθηκε για να φύγει:

«Πρέπει να πάω να βάλω τα παιδιά για ύπνο», είπε, «θέλεις να  έρθεις να τα δεις;»

«Όχι καλύτερα, άστα να ξεκουραστούν και θα έρθω το πρωί να πιούμε καφέ, και να δω και τους γονείς σου που δεν πρόλαβα»

«Έγινε λοιπόν, θα τα πούμε το πρωί. Αλήθεια με τη Τζίνα μίλησες;» ρώτησε πριν φύγει.

«Όχι δεν πρόλαβα» είπε ψέματα η φίλη της, αφού είχε σκεφτεί να την πάρει, αλλά δεν έβρισκε τι να της πει. Η Μαρία έμενε πολύ μακριά  και η Βούλα έκανε διαρκώς ταξίδια, έτσι είχαν μια δικαιολογία που είχαν χαθεί. Εκείνες  όμως έμεναν και στην ίδια χώρα, και σ’ ένα σταθερό μέρος, και παρόλα αυτά ποτέ, δεν βρέθηκαν, παρά μόνο σε ελάχιστες φορές σε κάποιες κοινωνικές εκδηλώσεις ή συγκεντρώσεις, όταν η Κατερίνα τύχαινε να βρίσκεται Τρίπολη, και στις οποίες για ένα περίεργο λόγο ήταν τυπικές μεταξύ τους.

«Ούτε εγώ! Θέλεις να πάμε μαζί αύριο;» είπε η Μαρία και η Κατερίνα δέχτηκε χωρίς να ξέρει γιατί. Μάλλον σκέφτηκε ότι θα ήταν πιο άνετα να πάει μαζί με τη φίλη της παρά μόνη. Η Μαρία έφυγε, και καθώς περνούσε το πλακόστρωτο μονοπατάκι που διέσχιζε τον κήπο του σπιτιού,  διαπίστωσε πως καμιά από τις δυο τους  δεν είχε κάνει αναφορά στο γεγονός ότι χάθηκαν, και δεν έψαξαν δικαιολογίες γι’ αυτό. «Καλύτερα» είπε στον εαυτό της πριν ανοίξει την εξώπορτα της πολυκατοικίας.

(………..Συνεχίζεται)

Print Friendly, PDF & Email