Ότι ονειρευόμαστε … είμαστε!

Επιστροφή στο σπίτι

 

Για σήμερα σας έχω όπως λένε οι … έμπειροι 😛 bloggers, κονσέρβα!!! Τι σημαίνει αυτό;; Μια ανάρτηση που είχα δημοσιεύσει στο προήγουμενο blog μου, και την ξέθαψα σήμερα μετά από ένα ξεσκαρτάρισμα στα αρχεία μου και θέλησα να την μεταφέρω και στο νέο. Είναι από ένα παλιότερο bloggo-δρώμενο! Ελπίζω να σας αρέσει…:)

Ξέρετε πόσο μου αρέσει το γράψιμο και ξέρετε και πόσο μου αρέσουν τα bloggo-δρώμενα. Το σημερινό δρώμενο ξεκίνησε από την Ελένη και το ιστολόγιό της Καρυδότσουφλο . Η Ελένη λοιπόν μας έδωσε αυτήν την καταπληκτική, δική της, φωτογραφία και μας ζήτησε να εμπνευσθούμε και να γράψουμε μια ιστορία , ένα ποιήμα, ότι μας έρχεται τέλος πάντων, καθώς βλέπουμε την φωτογραφία αυτή. Μου βγήκε λοιπόν ο συγγραφικός μου οίστρος και δημιούργησα κι εγώ μια ιστορία. Καλή ανάγνωση 🙂 

Σταμάτησε το αυτοκίνητό της λίγο πιο μακριά από το πατρικό της σπίτι και στάθηκε για λίγο εκεί, να το παρατηρεί πίσω από το βρεγμένο τζάμι. Έκλεισε τα μάτια της και ανάπνευσε βαθιά. Το μουσκεμένο χώμα, τα δέντρα, τα λουλούδια, γέμισαν τις αισθήσεις της, ευωδιαστές μυρωδιές και γνώριμες εικόνες. Γύρισε πίσω και κοίταξε την 7χρονη κόρη της που κοιμόταν ήρεμη στο πίσω κάθισμα. Νοερά το μυαλό της έκανε ένα ταξίδι στο χρόνο, και βρέθηκε ξανά στην αυλή του πατρικού σπιτιού της, μαζί με τα δυο αδέρφια της, να παίζουν ξέγνοιαστα και χαρούμενα, με τόση αγάπη γύρω τους. Μόνο αγάπη, αγάπη και ασφάλεια. Τίποτε άλλο δεν είχε σημασία τότε. Καμιά έγνοια, καμιά στενοχώρια, καμιά ανησυχία. Και επέστρεψε στο σήμερα, στο κοντινό παρελθόν, σε όσα συνέβησαν πριν και μετά το ατύχημα.

Για λίγο δείλιασε κι αποφάσισε να ξεκινήσει το αυτοκίνητο και να γυρίσει στην Αθήνα. Μετά όμως το ξανασκέφτηκε. Δεν έπρεπε να φερθεί εγωιστικά, σημασία πια δεν είχε η ίδια αλλά η μικρή της νεράιδα. Εκείνη έπρεπε να σκεφτεί, για εκείνη έπρεπε να «ρίξει τα μούτρα της» και να ζητήσει συγνώμη από τους γονείς της για την άδικη συμπεριφορά της απέναντί τους.

Η Χαρά μεγάλωσε σε μια πολύ δεμένη και αγαπημένη οικογένεια με δυο γονείς που δεν της στέρησαν τίποτα. Ούτε από εκείνη, ούτε από τα αδέρφια της. Ότι ήθελαν το είχαν. Αγάπη, ασφάλεια, παιχνίδια, βόλτες, ταξίδια, εκπαίδευση. Τα πάντα. Ακόμα κι αν ο πατέρας έπρεπε να τους πηγαινοφέρνει στην πόλη δυο και τρεις φορές για να κάνουν όσα ήθελαν. Άλλος μουσική, άλλος χορό, άλλος ποδόσφαιρο. Στα δεκαέξι της όμως, αποφάσισε να επαναστατήσει κι ας μην ήξερε γιατί! Κι έπειτα, μετά από έναν μεγάλο καυγά με τους γονείς της , για αιτίες που ούτε καν θυμάται πια, αιτίες που αφορούσαν την τότε σχέση της, τις επιδόσεις της στο σχολείο, την επιλογή της να μην σπουδάσει αλλά να ασχοληθεί με την φωτογραφία,  άνοιξε απλά την πόρτα κι έφυγε.  Τόσο απλά, τόσο εγωιστικά. Ναι μεν ειπώθηκαν λόγια που δεν έπρεπε και από τις δυο πλευρές, αλλά να φυγει; Να τους πονέσει τόσο; Εκείνους που πάντα ήταν η φωλιά της, το λιμανάκι της, η  πιο μεγάλη αγκαλιά;

Ακόμα κι όταν τα χρόνια πέρασαν και αντιλήφθηκε το λάθος της, βίωσε πρώτα την φάση του εγωισμού κι έπειτα της ντροπής. Με τι βλέμμα να γυρίσει πίσω; Με τι μάτια να τους αντικρύσει μετά από τον πόνο που τους σέρβιρε κατευθείαν στο πιάτο; Οπότε επέλεξε το πιο εύκολο, να ρίξει τις ευθύνες πάνω τους, ότι τάχα μου δεν την έψαξαν ποτέ και δεν την πλησίασαν ποτέ κι αφού δεν νοιάστηκαν ποτέ να την αναζητήσουν, τελικά μάλλον τους έκανε χάρη που έφυγε. Δεν ήξερε όμως την αλήθεια…. Και όταν θα την μάθει θα πονέσει ακόμα περισσότερο.

Η Χαρά γνώρισε τον Νικόλα, παντρεύτηκαν με πολιτικό γάμο, μόνοι τους, χωρίς συγγενείς χωρίς φίλους χωρίς κανέναν, και απέκτησαν την Νεφέλη. Τον μικρό τους ήλιο, το πιο φωτεινό σημείο της ζωής τους. Πληγωμένη από την δική της κατάσταση με την οικογένειά της, αποφάσισε να κρατήσει μακριά από τη ζωή της και την οικογένεια του άντρα της χωρίς όμως εκείνοι να της έχουν φερθεί ποτέ άσχημα. Όσο κι αν προσπάθησαν να την πλησιάσουν είχε ρίξει τοίχο γύρω από τον εαυτό της και την οικογένειά της. Φίλες και φίλους δεν επιδίωξε να αποκτήσει ποτέ. Το μόνο που υπήρχε για εκείνη ήταν η Νεφέλη και ο Νικόλας.

Ώσπου ένα απόγευμα συνέβη αυτό που δεν θα μπορούσε να φανταστεί ποτέ. Το ατύχημα που κατέστρεψε τη ζωή της, μετέτρεψε την ευτυχία της, σε απόλυτη δυστυχία και … άλλαξε τα πάντα. Γυρνούσαν με το Νικόλα και την μικρή τους από μια βραδινή βόλτα, το αυτοκίνητο ξέφυγε και έπεσε σε έναν αρκετά βαθύ γκρεμό. Ο Νικόλας σκοτώθηκε ακαριαία, εκείνη και το παιδί τραυματίστηκαν σοβαρά.

Τότε άρχισε να συνειδητοποιεί τι είχε κάνει. Όταν στο νοσοκομείο δεν τους επισκέφθηκε ούτε ένας άνθρωπός, και στην κηδεία του άντρα της ήταν εκείνη, οι γονείς του και τα αδέρφια του με τους οποίους δεν αντάλλαξε ούτε μια κουβέντα, δυο γείτονες, και δυο συνάδελφοί του. Όταν δεν είχε έναν ώμο να κλάψει, μια αγκαλιά να κουρνιάσει και να αφήσει την ψυχή της να ξεσπάσει και να βγάλει τον πόνο . Όταν έμαθε ότι ο τραυματισμός της κόρης θα ήταν μόνιμος και θα σημάδευε την ζωή της από τόσο μικρή ηλικία, κι εκείνη δεν είχε κανέναν να της συμπαρασταθεί, να τη βοηθήσει να της πει πως όλα θα πάνε καλά.

Η Χαρά επέστρεψε στο σπίτι, προσπάθησε να μαζέψει τα κομμάτια της και να ξεκινήσει τη ζωή της από το μηδέν αλλά δεν τα κατάφερε. Η μοναξιά είχε αρχίσει πια να γίνεται ασφυκτικός κλοιός και να της προκαλεί πόνο, κρίσεις πανικού αλλά και κλειστοφοβίας. Η μικρή Νεφέλη είχε να κάνει το δικό της αγώνα, να αντιμετωπίσει όχι μόνο το πρόβλημα υγείας της αλλά και την απώλεια του μπαμπά της. Και μέσα σε όλα έβλεπε κι εκείνη να λιώνει και να μαραζώνει μέρα με τη μέρα, να είναι πλέον ένα ζωντανό φάντασμα που απλά κυκλοφορούσε μέσα στο σπίτι και εξυπηρετούσε τις βασικές τους ανάγκες. Φαγητό, φάρμακα, τη βασική καθαριότητα και άντε και καμιά αγκαλιά .

Ένα πρωί, ξύπνησε και βρήκε τη Νεφέλη να κλαίει μόνη της στο κρεβατάκι της με λυγμούς. Προσπάθησε να την κάνει να της εξηγήσει τι συμβαίνει αλλά ο μικρός της άγγελος έδειχνε τρομοκρατημένος. Όταν κατάφερε να την πείσει να της μιλήσει, το κοριτσάκι της είπε ότι φοβάται πολύ, ότι δεν της αρέσει που είναι μόνες τους, πως αν πάθουν κάτι δεν θα το μάθει κανένας, πως της λείπει ο μπαμπάς της και τώρα που έμειναν οι δυο τους δεν θα τα καταφέρουν. Όλο αυτό το σκηνικό και τα πονεμένα λόγια της κόρης της, πάτησαν ένα διακόπτη στη ψυχή της Χαράς, και άλλαξαν τα πάντα. Ήταν ένα δυνατό χαστούκι να ξυπνήσει και να πάρει τη ζωή της στα χέρια της. Δεν μετρούσε πια εκείνη, μόνο η Νεφέλη.

Μετά από πολλές σκέψεις, ενδοσκόπηση και συζήτηση με τον εαυτό της αποφάσισε να τολμήσει να γυρίσει στο σπίτι της αν και φοβόταν πως η κατάληξη δεν θα ήταν αυτή που ήθελε. Και περισσότερο ανησύχησε για το παιδί της και για το αίσθημα της απόρριψης που θα βίωνε καθώς οι παππούδες της, και με το δίκιο τους, θα τους έκλειναν την πόρτα στα μούτρα. Μετά θα έπρεπε να πλησιάσει και τα πεθερικά της, καθώς η Νεφέλη έπρεπε να κρατήσει επαφή και με την οικογένεια του πατέρα της αλλά αποφάσισε να κάνει τα βήματα ένα ένα. 

Edgar Guerra

Κι έτσι βρέθηκε ξανά εκεί. Μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια. Σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια της, κι αφού βεβαιώθηκε ότι η βροχή είχε σταματήσει , βγήκε από το αυτοκίνητο, έβγαλε από το πορτ-παγκάζ το αναπηρικό καροτσάκι της Νεφέλης, την βοήθησε να φορέσει το παλτό της και να καθίσει, την φίλησε τρυφερά, πήρε άλλη μια βαθιά ανάσα και προχώρησε στο μονοπάτι που οδηγούσε στην εξώπορτα, σπρώχνοντας το καροτσάκι της κόρη της. Χαμογέλασε καθώς θυμήθηκε ότι το μονοπάτι το είχε φτιάξει ο μπαμπάς της, με την βοήθεια των τριων μικρών παιδιών του. Η Χαρά καθώς περνούσε από το μεγάλο παράθυρο του σαλονιου κρυφοκοίταξε και είδε τους γονείς της να κάθονται κοντά στο τζάκι και να παίζουν με ένα μικρό κοριτσάκι, πιθανόν της αδερφής ή του αδερφού της. Δάκρυα γέμισαν για άλλη  μια φορά στα μάτια της και το τερατάκι του δισταγμού, φώλιασε για ακόμα μια φορά στην ψυχή της. Κατάφερε όμως να το διώξει και να προχωρήσει αργά και δειλά. Σήκωσε τρέμοντας το χέρι της και χτύπησε το σιδερένιο ρόπτρο που κοσμούσε την μεγάλη δρύινη εξώπορτα, και χτύπησε 3 φορές. Οι χαρούμενες ομιλίες που άκουγε στο βάθος, σταμάτησαν με απορία και κάποιος πλησίασε να της ανοίξει .

Ήταν η μητέρα της. Μια ψηλή, όμορφη, καλοστεκούμενη και σίγουρα καλοσυνάτη γυναίκα. Φορούσε ένα σετ αθλητικών φορμών, και είχε κουρέψει πολύ τα μαλλιά της. Στεκόταν εκεί, μπροστά της, μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια, και την παρατηρούσε με μια απόλυτη ηρεμία. Καμιά αντίδραση, καμιά λέξη. Μόνο μια ματιά κι ένα χαμόγελο στη μικρή που περίμενε με αγωνία το τι θα συμβεί. Αυτή η αντίδραση ομολογουμένως τρόμαξε περισσότερο τη Χαρά, καθώς ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενε να αντιμετωπίσει.

Η κυρία Μαργαρίτα, αφού ξεπέρασε το πρώτο σοκ, άνοιξε τα χέρια της και περίμενε την κόρη της να πέσει στην αγκαλιά της, ενώ παράλληλα φώναζε τον άντρα της:

-Θανάση…. Ήρθε, έλα!

Τόσο απλά, τόσο φυσιολογικά. Σαν να μην έλειπε δέκα ολόκληρα χρόνια, σαν να μην τους είχε πληγώσει ποτέ, σαν να μην είχε εξαφανιστεί απλά μια ωραία πρωία. Σαν να είχε πάει για ένα καφέ μέχρι την διπλανή πόλη και να είχε μόλις επιστρέψει…. Ήταν τόσο σοκαρισμένη από την αντίδραση της μητέρας της που δεν είχε ούτε το θάρρος να την αγκαλιάσει. Εκείνη τη στιγμή πλησίασε και ο πατέρας της, συγκινημένος και χαμογελαστός, και είπε απλά:

-Καλώς ήρθες στο σπίτι παιδί μου. Σε περιμέναμε!

Τότε εκείνη δεν άντεξε, λύγισε. Έπεσε με λυγμούς στην αγκαλιά της μητέρας της και έβγαλε από μέσα της όσα δάκρυα της είχαν απομείνει. Έκλαψε για την άδικη συμπεριφορά της απέναντί τους, έκλαψε για τα χρόνια που έχασε λόγω του εγωισμού της, έκλαψε για την τεράστια απώλειά της και τέλος και περισσότερο για τον τεράστιο αγώνα που είχε να δώσει το μικρό της κοριτσάκι.

Ο πατέρας της, βοήθησε την Νεφέλη να μπει στο μεγάλο σαλόνι, κι άφησε εκεί τις δυο γυναίκες αγκαλιασμένες. Η κυρία Μαργαρίτα, άφησε την κόρη της να κλάψει όσο θέλει, όταν συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να σταματήσει. Την έσφιξε για λίγα δευτερόλεπτα και μετά απομάκρυνε το πρόσωπό της, και το έβαλε ανάμεσα στα δυο της χέρια. Σκούπισε τα μάτια της Χαράς και της είπε:

-Τέρμα πια τα δάκρυα. Μόνο χαμόγελα τώρα. Έχουμε να διανύσουμε έναν δύσκολο αγώνα αλλά θα τα καταφέρουμε. Όλοι μαζί.

Την αγκάλιασε από τους ώμους και μαζί περπάτησαν ως το μεγάλο σαλόνι, όπου βρισκόταν ήδη ο κύριος Θανάσης, η Νεφέλη, και ο μικρός Δημήτρης, ο ξάδερφός της που ήταν σαστισμένος με όλα όσα έβλεπε. Η Μαργαρίτα της είπε ότι ήταν ο γιος της αδερφής της, της Αθηνάς, κι εκείνη τον έσφιξε στην αγκαλιά της, μεγαλώνοντας την απορία του μικρού ακόμα περισσότερο. Μετά τον άφησαν να γνωρίσει τη Νεφέλη, κι εκείνοι κάθισαν στον καναπέ.

-Μα… δεν καταλαβαίνω, ψέλλισε η Χαρά. Πως ξέρατε ότι θα έρθω; Δεν δείξατε καμιά έκπληξή ούτε για το παιδί, ούτε για το καροτσάκι, ούτε για την άφιξή μας.

-Ήμασταν πάντα δίπλα σου παιδί μου. Απλά δεν το ήξερες, απάντησε με ηρεμία ο πατέρας της.

-Τι εννοείς;

-Είμασταν σε όλες τις στιγμές σου εκεί. Και στο γάμο σου, και στη γέννηση της μικρής, και στο νοσοκομείο όταν έγινε το ατύχημα. Ήμασταν εκεί όταν έμαθες τα τραγικά νέα για την Νεφέλη, σου κρατούσαμε το χέρι όταν ήσουν αναίσθητη. Ακόμα και στη κηδεία του Νίκου εκεί ήμασταν. Κρυμμένοι πίσω από τα δέντρα. Δεν σε αφήσαμε ποτέ μόνη σου παιδί μου.

-Μα γιατί δεν ερχόσασταν να μου μιλήσετε;;

-Εσύ γιατί δεν μας αναζήτησες τόσα χρόνια Χαρά; Είπε με μια πικρία η μητέρα της. Σηκώθηκες ξαφνικά μετά από έναν απλό συνηθισμένο καυγά κι έφυγες.

-Σου είπαμε κάποτε, συμπλήρωσε ο πατέρας της, πως πάντα θα σεβόμαστε και θα στηρίζουμε τις επιλογές σου ακόμα και αν διαφωνούμε. Εσύ όμως δεν μας έδωσες καν το περιθώριο και το δικαίωμα να φέρουμε αντίρρηση. Δεν μας έδωσες καν την ευκαιρία να σου πούμε πως αν και διαφωνούμε μαζί σου, θα είμαστε πάντα εκεί να σε στηρίζουμε.

Η Χαρά, ένιωσε για άλλη μια φορά τα δάκρυα να ανεβαίνουν στα μάτια της και να την πνίγουν τα αναφιλητά. Μα πόσο αχάριστη είχε αποδειχθεί; Φέρθηκε τόσο εγωιστικά, σαν ένα μικρό κακομαθημένο παιδί που δεν έμαθε ποτέ να του λένε όχι. Ενώ εκείνοι δεν την εγκατέλειψαν ποτέ…. Ποτέ. Και τώρα είχε το θράσος να παρουσιαστεί μπροστά τους με ένα παιδί, με σοβαρό πρόβλημα υγείας, κι όχι μόνο δεν της έκλεισαν την πόρτα στο πρόσωπο όπως της άξιζε, αλλά την υποδέχτηκαν με ανοιχτές αγκάλες, λέγοντας της ότι όσο καιρό εκείνη ζούσε στην μοναξιά της, βρίσκονταν πάντα στο πλευρό της.

Αφού κατάφερε να συγκρατήσει τον εαυτό της, διότι δεν ήθελε να φορτίσει συναισθηματικά τα δυο μικρά παιδιά που συναντήθηκαν για πρώτη φορά, και ήδη έπαιζαν σαν να είχαν μεγαλώσει μαζί, είπε στους γονείς της:

-Έκανα πολλά λάθη, για τα οποία μετανιώνω και για τα οποία θέλω να επανορθώσω, αλλά δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω ποτέ. Βλέπετε… δεν είναι όλοι σαν εσάς.

-Δεν θα μάθεις ποτέ αν δεν προσπαθήσεις Χαρά, είπε ο πατέρας της. Και νομίζω ξέρεις καλά από που πρέπει να ξεκινήσεις.

Η κοπέλα σήκωσε τα μάτια της ξαφνιασμένη και τον κοίταξε με απορία.

-Από τους γονείς του Νίκου φυσικά, συμπλήρωσε την σκέψη η μητέρα της.

-Κι αυτό το ξέρετε…; Πως;;

-Όπως σου είπαμε ήμασταν στην κηδεία του κορίτσι μου. Εκεί κάτι καταλάβαμε. Δεν ανταλλάξατε ούτε έλα βλέμμα πόσο μάλλον μια λέξη παρηγοριάς. Γιατί Χαρά; Γιατί αποξενώθηκες από όλους παιδί μου;

-Ειλικρινά δεν ξέρω μαμά. Η αγάπη σας ήταν πάντα δίχτυ προστασίας για μένα, αλλά για έναν ανεξήγητο λόγο ένιωθα ότι εγκλωβίζομαι, ένιωθα ότι ήμουν εξαρτημένη από εσάς, και θέλησα να αποδείξω ότι μπορώ να τα καταφέρω μόνη μου. Όταν αρχίσατε να μου φέρνετε αντιρρήσεις σε όσα σας έλεγα και ξέσπασε ο μεγάλος καυγάς, φοβήθηκα ότι δεν θα μου το επιτρέπατε και αντί να καθίσω να σας ακούσω, με τύλιξε ένας μεγάλος εγωισμός και τα τίναξα όλα στον αέρα. Έτσι απλά… Ο Νίκος προσπάθησε πολλές φορές να με συνετίσει και να με πείσει να σας μιλήσω, αλλά όχι μόνο δεν τον άκουσα αλλά τον απομάκρυνα και από την δική του οικογένεια.

-Ο Νίκος δεν απομακρύνθηκε ποτέ από την δική του οικογένεια, είπε αυστηρά ο πατέρας της. Απλά τους έβλεπε κρυφά από εσένα…. Αναγκαζόταν να το κάνει για να μην χρειαστεί να διαλέξει. Λάθος του βέβαια που δεν διεκδίκησε το δικαίωμά του να έχει την οικογένειά του δίπλα του, αλλά το έπραξε.

-Ορίστε; Κι εσύ που το ξέρεις;

Οι γονείς της αντάλλαξαν ένα βλέμμα αμηχανίας και σιωπηρής συμφωνίας και τελικά η μητέρα της αποφάσισε να της δώσει την απάντηση που περίμενε.

-Γνωριστήκαμε στο νοσοκομείο, όταν η αδερφή του Νίκου ήρθε να αναγνωρίσει τη σωρό του. Εσύ βρισκόσουν σε κώμα, κι εμείς ντροπιασμένοι για όλα αυτά αλλά και συγκλονισμένοι από την τραγωδία σας, την πλησιάσαμε. Φυσικά στην αρχή δεν ήθελε ούτε να μας ακούσει. Δεν την πιέσαμε , την αφήσαμε να ξεσπάσει και μετά έγινε μια μεγάλη συζήτηση και μας τα είπε όλα. Δεν ξέραμε τι να της απαντήσουμε κόρη μου, νιώθαμε τόση ντροπή και κυρίως διότι δεν είχαμε τι δικαιολογία να της πούμε. Ούτε πως να την παρηγορήσουμε αλλά ούτε και πως να σε δικαιολογήσουμε. Λίγες μέρες μετά την κηδεία, η Μάρθα έψαξε και μας βρήκε. Μας ζήτησε τη βοήθειά μας να μπορέσει να δει την ανιψιά της. Της εξηγήσαμε την κατάσταση και της υποσχεθήκαμε πως με την πρώτη ευκαιρία που θα μας δοθεί θα της τηλεφωνήσουμε. Περισσότερο την ένοιαζε η μητέρα της που εκτός από τον καημό της για το παιδί της, δεν της επέτρεπες ούτε να δει την εγγονή της, έκλεισε αυστηρά τον μονόλογο της η γυναίκα, κι εκεί, για πρώτη φορά η Χαρά ένιωσε την ντροπή και την απογοήτευση που έφερε στους γονείς της.

-Θεέ μου πως τα έκανα έτσι; Γιατί; Πως θα επανορθώσω για όλα αυτά;

-Πρέπει να προσπαθήσεις…. Να προσπαθήσεις πολύ. Θέλει αγώνα για να καταφέρεις να κάνεις την οικογένεια να σε εμπιστευτεί μετά από όλη αυτή τη συμπεριφορά αλλά πιστεύω σε εσένα αγάπη μου, της απάντησε η κυρία Μαργαρίτα. Ξέρω πως έχεις πολύ καλό μέσα σου , και ξέρω πως εγώ και ο πατέρας σου, σου δώσαμε μεγάλα αποθέματα αγάπης. Θα τους ακούσεις με υπομονή και ανοχή, δεν θα φερθείς εγωιστικά. Ίσως να σε προσβάλλουν, ίσως να σου μιλήσουν άσχημα αλλά θα έχουν κάθε δίκιο. Και όταν θα ξεσπάσουν και θα σου πουν όλα όσα νιώθουν τότε θα έχεις το θάρρος να ζητήσεις την συγχώρεσή τους.

Η κοπέλα έμεινε εκεί σκεπτική και προσπάθησε να βάλει όλα αυτά σε μια τάξη στο μυαλό της. Ήταν σίγουρη ότι δεν θα ήταν εύκολο να την αποδεχτούν οι άνθρωποι μετά από όλα αυτά, και αν θα το έκαναν , θα το έκαναν μόνο για χάρη του παιδιού της. Αλλά μπορούσε να τους αδικήσει; Εκείνοι έκαναν πάρα πολλές προσπάθειες να την πλησιάσουν αλλά η Χαρά έριχνε τοίχους και έκλεινε πόρτες. Δεν δεχόταν καμιά πρόσκλησή τους στο σπίτι, δεν τους κάλεσε ποτέ στο δικό τους. Ούτε καν όταν γέννησε την μικρή της. Ακόμα και στην κηδεία του, η μικρή του αδερφή η Σοφία, έκανε μια μικρή προσπάθεια να της μιλήσει αλλά εκείνη, εντελώς ψυχρά της γύρισε την πλάτη κι έφυγε.

Η Χαρά έκανε το πρώτο βήμα την επόμενη μέρα με ένα τηλεφώνημα στην μητέρα του Νίκου το οποίο δεν ήταν ιδιαίτερα ευχάριστο . Λίγες μέρες μετά έγινε η πρώτη συνάντηση, οι πρώτες συζητήσεις, τα ξεσπάσματα, αλλά σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα για τα δεδομένα που εκείνη περίμενε,την συγχωρέσαν. Συνειδητοποιούσαν ότι αυτό θα ήθελε και το παιδί τους, και πως εκείνο που προείχε, ήταν η Νεφέλη η οποία είχε πια ανάγκη από αγάπη, προστασία, κι ένα ισορροπημένο περιβάλλον να μεγαλώσει.

Έναν χρόνο αργότερα, όλα είχαν πάρει το δρόμο τους. Το αγκάθι της ντροπής και της μετάνοιας, βέβαια, δεν έφυγε ποτέ από την καρδιά της αλλά δεν την πείραζε. Το ήθελε εκεί να της υπενθυμίζει την άδικη συμπεριφορά της ούτως ώστε να μην την επαναλάβει ποτέ. Τα αδέρφια της μαζί με τα αδέρφια του Νίκου, έκαναν μια έρευνα, βρήκαν μια πολύ καλή κλινική στο εξωτερικό προκειμένου να χειρουργηθεί η μικρή και τα κατάφεραν. Η Νεφέλη μετά από πολύ αγώνα και προσπάθεια έκανε τα πρώτα της βήματα. Και είναι όλοι εκεί.Οι δυο οικογένειες  ενωμένες πια προσπαθούν να αναπληρώσουν το κενό που άφησε ο μπαμπάς της. Κι εκείνος από ψηλά τους κοιτά και χαμογελά, σκεπτόμενος ότι ναι μεν του έλειπαν όλοι, αλλά τουλάχιστον ο χαμός του, έφερε και κάτι καλό!

Αυτό από εμένα… Δεν ξέρω αν σας άρεσε ή αν ήταν υπερβολικά «αισιόδοξο»  για την εποχή μας αλλά πραγματικά έτσι μου βγήκε. Ξέρω πως παρ’ όλη την αχαριστία, κακία, και μπόλικη δόση εγωισμού που πλανάται στον αέρα… ακόμα κάπου υπάρχουν αποθέματα αγάπης και συγχώρεσης. Πρέπει να τα ψάχνουμε, να τα βρίσκουμε και να τα χαρίζουμε απλόχερα. Πιστεύω πολύ στις δεύτερες ευκαιρίες (αν και όχι στις τρίτες και τις τέταρτες…. μετά κάπου χαλάει), και στην συγχώρεση όταν εκείνη ζητηθεί πραγματικά. Πιστεύω όμως και πως από κάποιο σημείο και μετά, το γυαλί αρχίζει να ραγίζει, και δύσκολα ξανακολλά. Γιαυτό προσέξτε πως συμπεριφέρεστε στους ανθρώπους που αγαπάτε, γιατί η ζωή είναι απρόβλεπτη, και πολλές φορές τείνει να επιστρέφει συμπεριφορές.
Καλό σας βράδυ 🙂
Μαρία

Print Friendly, PDF & Email