Ότι ονειρευόμαστε … είμαστε!

Μικρές Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες 3 – Χριστουγεννιάτικες αναμνήσεις Part2

Τελευταία μέρα του χρονου σημερα και σας ανεβάζω το δεύτερο μέρος της Χριστουγεννιατικης Ιστορίας για το project της Αριστέας!!
Λατρεύω τα happy end και δεν θα μπορουσα να δωσω κάτι διαφορετικό στις ηρωίδες μου. Τα πράγματα βέβαια δεν έγιναν ακριβώς έτσι αλλά δεν πειράζει. Τα χρόνια περασαν, η καθεμιά τραβηξε το δρόμο τις. Με τις δυο εχω κρατήσει πολύ καλές σχέσεις, η μια είναι μελος της οικογένειας (δεν χρειαζονται τα ονόματα) με την τέταρτη της παρέας για διάφορους λογους χαθηκαμε. Πιστευω όμως ότι η αγαπη μεταξύ μας αλλά και οι αναμνήσεις που μας δένουν διατηρουνται ζωντανές μέσα μας!

Αυτή είναι η προτελευταία ανάρτηση του χρόνου.Λιγο πριν αλλαξει ο χρονος θα σας αναρτήσω και τις τελευταιες ερωτήσεις από το journal μας και εκει θα σας δώσω και τις ευχές μου!!!!! Σας φιλώ όλους γλυκά!Να περασετε υπέροχα απόψε!!!!

 

Την επόμενη ημέρα, αφού ήπιαν τον καφέ τους οι δυο φίλες, έφυγαν  να συναντήσουν την Τζίνα


tree

«Αν υποψιαστώ ότι η Τζίνα ασχολείται με κηπουρική, δεν το γλυτώνω το έμφραγμα κι όχι τίποτε άλλο, αλλά έχω και ιστορικό στην οικογένεια.» είπε η Μαρία και η Κατερίνα έβαλε τα γέλια καθώς θυμήθηκε ότι η φίλη τους ήταν η «κοκέτα» της παρέας. Πάντα της άρεσε να στολίζεται, να βάφεται και φυσικά να φοράει παπούτσια με … δίμετρα τακούνια. Η Μαρία θύμισε στη Κατερίνα, πως όταν έπαιζαν διάφορα παιχνίδια ήταν πότε παρουσιάστρια, πότε τραγουδίστρια, πότε ντίβα και όλα τα σχετικά. Κι εκτός αυτού, όταν άνοιγε το στόμα της, ήταν να μην βρει κανέναν μπροστά της. Δεν μάσαγε στα λόγια της και οι φίλες της έτρεμαν την ώρα και τη στιγμή που θα αποφάσιζε να τα πει …σταράτα!!!

Προχώρησαν στην εξώπορτα και χτύπησαν το κουδούνι. Η Μαρία τρελάθηκε από τη χαρά της όταν άκουσε την φωνή του Αντώνη και συνειδητοποίησε ότι ήταν στο σπίτι. Ήταν φίλοι από πολύ μικρά, και μαζί με τα δυο αδέρφια του, τον Δημήτρη και τον Κωνσταντίνο, οι γονείς τους, τους είχαν μεγαλώσει σαν μια οικογένεια. Δεν θα ξεχάσει ποτέ τις ατελείωτες ώρες που έπαιζαν είτε επιτραπέζια, είτε ηλεκτρονικά στην τηλεόραση, είτε έφτιαχναν σπιτάκια με κουβέρτες φέρνοντας τις μαμάδες τους στα πρόθυρα νευρικής κρίσης με την ακαταστασία που προκαλούσαν αλλά και τη φασαρία που έκαναν με τους ατελείωτους καυγάδες τους! Επίσης πραγματικά τις λυπήθηκε σκεφτόμενη τις απίστευτες σκανδαλιές που σκάρωναν συχνά πυκνά! Όταν εκείνος ανακοίνωσε ότι σκόπευε να παντρευτεί τη φίλη της, η Μαρία δεν μπορούσε με τίποτα να κρύψει τη χαρά της, και δεν θα ξεχάσει ποτέ το τρικούβερτο γλέντι που έκαναν όταν το ζευγάρι λογοδόθηκε. 

angel-640996_640Ο Αντώνης άνοιξε την πόρτα, κι έμεινε σαν στήλη άλατος, όταν μπροστά του αντίκρισε την «μικρή του αδερφή» και αμέσως την αγκάλιασε και την στριφογύρισε όπως όταν ήταν μικρά! Εκείνη του ανταπέδωσε τις αγκαλιές και με το ζόρι κρατήθηκε να μην κλάψει όταν πίσω του ξεπρόβαλε ο μικρότερος γιος του που κοιτούσε σαστισμένος, με μάτια γουρλωμένα, και τον σήκωσε στα χέρια της γεμίζοντας τον με αμέτρητα φιλιά. «Πάμε μέσα να κάνουμε έκπληξη στη Τζίνα», είπε ο Αντώνης αφού χαιρέτισε και την Κατερίνα, και αγκάλιασε την Μαρία από τους ώμους. Η γυναίκα του βρισκόταν στην κουζίνα κι έπλενε τα πιάτα, και λόγω της φασαρίας που έκαναν τα παιδιά, και της τηλεόρασης που ήταν ανοιχτή, δεν είχε ακούσει τίποτα όση ώρα εκείνοι πανηγύριζαν έξω. Η Μαρία, μπήκε στην κουζίνα και όταν είδε ότι είχε στραμμένη την πλάτη της, έκανε νόημα στους άλλους να μην μιλήσουν και πήγε από πίσω της και της έκλεισε τα μάτια ενώ ο Αντώνης είπε δυνατά «μάντεψε ποιος;»!

Η  Μαρία με την Κατερίνα με το ζόρι συγκράτησαν τα γέλια τους όταν την άκουσαν να λέει: «Αντώνη παίζεις; Φύγε σε παρακαλώ από πίσω μου! Έχω του κόσμου τις δουλειές να κάνω!!» «Κλασσική Τζίνα», σκέφτηκε η Μαρία κι έπειτα την λυπήθηκε κι έβγαλε τα χέρια της από τα μάτια της φίλης της αλλά δεν μπόρεσε να μην ξεσπάσει τελικά σε δυνατά γέλια όταν είδε την γεμάτη έκπληξη έκφραση της. Αφού αγκαλιάστηκαν και τελείωσαν τα καλωσορίσματα, τα δυο μεγαλύτερα παιδιά του ζευγαριού, έτρεξαν να χαιρετίσουν κι εκείνα τη Μαρία, που αν και ήταν μικρά όταν εκείνη έφυγε μόνιμα, την είχαν στο μυαλό τους σαν μια θολή ανάμνηση ενώ οι γονείς τους, τους είχαν μιλήσει γι αυτήν, κι έτσι ένιωθαν να τη γνωρίζουν καλά. Την ευχαρίστησαν για τα δώρα που τους έστελνε κατά καιρούς, κι εκείνη τα ευχαρίστησε για τις όμορφες ζωγραφιές τους και τα γραμματάκια τους που τα φυλούσε σαν πολύτιμο θησαυρό.

Λίγη ώρα αργότερα, ο άνδρας πήρε τα παιδιά του να πάνε μια βόλτα και να αφήσει τη γυναίκα του να μιλήσει με τις φίλες της, που ήταν τόσο φανερό ότι είχαν λείψει πολύ η μια στην άλλη. Εκείνες κάθισαν στους άνετους καναπέδες του σαλονιού, και η Τζίνα ξεκίνησε αμέσως τη συζήτηση:

 «Καλά πότε ήρθες; Εγώ χθες το πρωί μίλησα με τη μαμά σου, δεν μου είπε τίποτα!!!!»

«Της είχα πει να μην πει τίποτα σε κανέναν. Ήθελα να σας κάνω έκπληξη»  χαμογέλασε εκείνη και τα μάτια της έλαμψαν!

«Και τα κατάφερες ομολογώ! Παράπονο δεν έχω! Για πες μας λοιπόν για τα ξένα!!!»

Συζήτησαν λίγη ώρα για τα νέα τους, τη ζωή τους, η Μαρία είπε και στη Τζίνα για την συνάντηση με τη Βούλα και λίγο αργότερα ένιωσαν και οι τρεις ότι είχαν εξαντλήσει πια όλα τα θέματα συζητήσεων που μπορούσαν να σκεφτούν. Εκείνη τη στιγμή, η Κατερίνα πήρε την απόφαση να ξεστομίσει κάτι που έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία στην παρέα:

«Γιατί χαθήκαμε έτσι;»

Οι τρεις γυναίκες έμειναν για λίγο αμίλητες και έπειτα η Μαρία είπε:

snow-man-592022_640«Δεν ξέρω… αφήσαμε τη καθημερινότητα να μας παρασύρει, και να μας απομακρύνει… Κρίμα είναι…»

«Δεν ξέρω τι είναι χειρότερο..» συνέχισε η Κατερίνα «ότι χωριστήκαμε ή ότι δεν ξέρουμε τι θα κάνουμε από εδώ και στο εξής; Θα μπορέσουμε να είμαστε όπως πρώτα;».

«Λίγο δύσκολο» μίλησε τελικά η Τζίνα και οι άλλες την κοίταξαν απορημένες, «Και οι δυο θα φύγετε ξανά, η καθεμιά θα κάνει τη ζωή της, και θα συνεχίσουμε όπως ήμασταν.», συνέχισε και το παράπονο ήταν ολοφάνερο στη φωνή της.

Η ατμόσφαιρα βάρυνε μετά τα λόγια αυτά της γυναίκας, και οι δυο φίλες της, ένιωσαν να μην τις σηκώνει άλλο «το κλίμα», και βρίσκοντας διάφορες δικαιολογίες αποφάσισαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους.

Η Μαρία, αφού έβαλε στα παιδιά της να φάνε, είπε:

 «Εγώ δεν πεινάω, δεν αισθάνομαι καλά, θα πάω να ξαπλώσω», κι έφυγε, αφήνοντας τους γονείς και

Photo Credit: Kristin Marie Enns-Kavanagh via Compfight cc
Photo Credit: Kristin Marie Enns-Kavanagh via Compfight cc

τον άντρα της να μένουν άφωνοι, και με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους.

Ξάπλωσε στο κρεβάτι, και άφησε τα δάκρυα να τρέξουν ελεύθερα στα μάτια της, και την ένταση όλων αυτών των ημερών να βγει επιτέλους στην επιφάνεια. Δεν ήξερε γιατί έκλαιγε. Για τα χαμένα χρόνια της φιλίας της; Για την φορτισμένη ατμόσφαιρα που την περιέβαλε όταν βρισκόταν στον ίδιο χώρο με τις άλλες γυναίκες; Για την αίσθηση που είχε, χωρίς να είναι σίγουρη πως έχει δίκιο, ότι οι άλλες την κατηγορούσαν για το πώς κατέληξαν; Ή γιατί φοβόταν πως όλη αυτή η κατάσταση ήταν μη αναστρέψιμη,  δεν είχε πια γυρισμό; Για άλλη μια φορά, στη μνήμη της ξεπρόβαλλαν, σκηνικά από την παιδική της ηλικία, όμορφες στιγμές μαζί με τις φίλες της, και ξεχασμένα συναισθήματα, ενώ πόνεσε πραγματικά, όταν έκανε νοερά τη σύγκριση του χθες και του σήμερα. Θυμήθηκε την υπόσχεση που είχαν δώσει οι τέσσερις τους, το βράδυ πριν το γάμο της: «Όπου κι αν είμαστε, όπου κι αν βρισκόμαστε, θα είμαστε μαζί για πάντα. Όλες για μία, και μία για όλες».

Εκείνη τη στιγμή, χτύπησε τη πόρτα ο άντρας της, κι αφού η Μαρία του είπε να περάσει, ήρθε και  ξάπλωσε δίπλα της ανήσυχος, ενώ τρόμαξε ακόμα περισσότερο όταν την είδε να κλαίει: «Αγάπη μου τι έγινε;» είπε ανήσυχα «Γιατί κλαις; Τι συνέβη;». Εκείνη του εξιστόρησε τα γεγονότα και ο Δημήτρης προβληματίστηκε, γιατί ήξερε ότι η φιλία αυτή, ήταν σημαντική για τη γυναίκα του. Την παρηγόρησε και προσπάθησε να την καθησυχάσει, και να την ηρεμήσει, ώσπου τους πήρε ο ύπνος αγκαλιασμένους. 

Την επόμενη ημέρα, προπαραμονή Χριστουγέννων οι γονείς της έπρεπε να πάνε σε ένα γάμο στην Αθήνα, τα παιδιά βρίσκονταν από νωρίς στο σπίτι μιας καλής τους φίλης να παίξουν, ενώ το απόγευμα ο Δημήτρης ήθελε να πάει σε ένα γειτονικό χωριό να δει ένα παιδικό του φίλο, και αφού ο Αντώνης έτυχε να έχει στο ίδιο μέρος μια δική του δουλειά, πήγαν παρέα, ώστε να γυρίσουν μαζί αργά το βράδυ. Ζήτησαν κι από τη Μαρία να πάει μαζί τους αλλά εκείνη ήθελε να μείνει λίγο μόνη της , να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της, και έτσι προφασίστηκε ότι είχε πονοκέφαλο και θα ξάπλωνε νωρίς.
Μόλις ο άντρας της έφυγε, έκλεισε τα φώτα, άναψε τα λαμπάκια του Χριστουγεννιάτικου δέντρου, έβαλε απαλή μουσική κι ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και προσπάθησε να ηρεμήσει. Έβγαλε από την τσάντα της τη φωτογραφία με τις φίλες της και κάθισε στο καναπέ. Μπορούσε λοιπόν να παραιτηθεί έτσι εύκολα από μια τόσο δυνατή φιλία; Ήξερε ότι είχε τεράστιο μερίδιο ευθύνης για την απόσταση που δημιουργήθηκε μεταξύ τους αλλά αυτό σε καμιά περίπτωση δεν σήμαινε πως έπρεπε να κάτσει σε μια γωνία και να κλαίει τη μοίρα της, ούτε να αφήσει τα πράγματα στην τύχη τους. Δεν θα έκανε ξανά αυτό το λάθος.
Εκείνη τη στιγμή, πετάχτηκε από τον καναπέ σαν ελατήριο καθώς της είχε έρθει μια φαεινή ιδέα. Αφού ρώτησε τη θεία της αν μπορούσε να κρατήσει τα παιδιά για εκείνο το βράδυ, πήρε τηλέφωνο την Τζίνα και την Κατερίνα, και τις ρώτησε αν είχαν κάπου να αφήσουν τα δικά τους. Η ευκαιρία ήταν μοναδική! Η Κατερίνα έμενε με τους γονείς της οπότε δεν θα ήταν μόνα τους, ενώ τα πιτσιρίκια της Τζίνας, ήταν ήδη στη γιαγιά τους για απόψε. Έτσι , σε χρόνο ρεκόρ, οι δυο φίλες, βρίσκονταν ήδη στο σπίτι της Μαρίας! Στο μεταξύ, ώσπου να έρθουν, η γυναίκα, είχε τηλεφωνήσει στον Αντώνη και στο Δημήτρη που μόλις είχαν ξεκινήσει για το χωριό, και τους είχε δώσει ρητή εντολή, να κοιμηθούν στο σπίτι του πρώτου το βράδυ εκείνο:
«Δεν κατάλαβα! Μας κάνετε έξωση;» είχε πει ο Αντώνης πειραχτικά
«Εσένα όχι! Αφού στο σπίτι σου θα κοιμηθείς, τι σε νοιάζει;;;» του είχε αντιμιλήσει γελώντας εκείνη!!!
«Τι σας έπιασε απόψε;»

«Κοίτα Αντώνη» σοβάρεψε τον τόνο της φωνής της εκείνη, «δεν ξέρω αν σου είπε τίποτα η Τζίνα, αλλά χαθήκαμε, και το ξέρεις, το έζησες. Τα πράγματα χθες ήταν πάρα πολύ περίεργα και αμήχανα μεταξύ μας, και πιστεύω πως πρέπει να βρεθούμε λίγο μόνες, όπως κάναμε παλιά έτσι ώστε να βρούμε τους παλιούς καλούς εαυτούς μας. Τα παιδιά θα τα κρατήσει η πεθερά σου και η μαμά σου οπότε ήταν πολύ καλή ευκαιρία για όλες! Δεν το αντέχω να είμαι με τις γυναίκες αυτές, σαν τις κυράδες που μιλάνε μόνο για τα παιδιά, τη δουλειά και για το σπίτι τους. Έχουμε παρελθόν μαζί, πολλές αναμνήσεις, και θέλω να τις έχω και στο μέλλον μου»
«Και γιατί χαθήκατε; Μου λες;»
«Ε δεν θα το συζητήσουμε στο τηλέφωνο αυτό. Και στο κάτω κάτω μην νομίζεις ότι ξέρουμε και οι ίδιες. Νομίζω πως αυτό θέλουμε να ανακαλύψουμε. Λοιπόν; Θα μας το κάνεις το χατίρι;»
«Τι να κάνω; Μπορώ να σας χαλάσω τη καρδιά; Μια αδερφή και μια γυναίκα έχω!!!»
«Τέλεια! Σ’ ευχαριστώ πολύ! Καλά να περάσετε, καλό δρόμο και σε παρακαλώ τηλε-φώνησέ μου όταν φτάσετε! Και φρόνιμα ε; Τον άντρα μου και τα μάτια σου! Σ’ έσφαξα κακομοίρη μου!!!»
«Μάλιστα Υπολοχαγέ Μαρία» κορόιδεψε εκείνος και γέλασε δυνατά όταν η γυναίκα, του το έκλεισε στα μούτρα, δήθεν θυμωμένη.

Όταν ήρθαν οι δυο γυναίκες, όπως το περίμενε εξάλλου, η ατμόσφαιρα αρχικά ήταν περίεργα τεταμένη. Εκείνη όμως ήταν αποφασισμένη να σπάσει το πάγο και να τις κάνει να νιώσουν άνετα όπως παλιά. Είπε στη Τζίνα για την συνεννόηση που είχε κάνει με τους άντρες τους, και είπε στη Κατερίνα να πάρει τους γονείς της και να ενημερώσει να μην την περιμένουν. Εξαφανίστηκε για λίγο στο δωμάτιό της και όταν γύρισε είπε:
«Φαντάζομαι πυτζάμες δεν φέρατε, οπότε φορέστε αυτά!!!»
«Καλά… πότε πρόλαβες και τα κανόνισες όλα!?» απόρησε η Κατερίνα και πήρε στα χέρια της το ένα ζευγάρι πυτζάμες, ενώ έδωσε στη Τζίνα το δεύτερο.
«Τίποτα δεν ήταν σχεδιασμένο, εν ριπή οφθαλμού έγιναν όλα»
Αφού άλλαξαν οι δυο φίλες, η Μαρία έβαλε ξύλα στο τζάκι, άνοιξε ένα καινούριο μπουκάλι κρασί, και έβαλε στο στερεοφωνικό Χριστουγεννιάτικα τραγούδια.
«Καλά τα κάλαντα θα ακούμε; Βάλε παιδάκι μου καμιά απαλή μουσική στο ράδιο να ακούσουμε σαν άνθρωποι» αντέδρασε η Τζίνα αλλά η Μαρία ήταν ανένδοτη:
«Δεν ξέρω αν το έχεις καταλάβει ακόμα, αλλά είσαι μ’ εμάς απόψε και όχι με τον ά-ντρα σου για να ψάχνεις για ρομάντζα, κι επιπλέον έρχονται Χριστούγεννα!! Πρέπει λοιπόν να εγκλιματιστούμε!» αντιμίλησε και η φίλη της, της πέταξε ένα μαξιλάρι , ενώ η Κατερίνα τις παρακολουθούσε και γελούσε με τη καρδιά της.
Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι της πόρτας και οι τρεις κοπέλες κοιτάχτηκαν με την αγανάκτηση φανερά ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους.
«Τελικά ησυχία δεν θα βρούμε απόψε!!!» είπε η Μαρία και πήγε να ανοίξει, ενώ γούρλωσε τα μάτια όταν είδε ότι στη πόρτα στεκόταν η Βούλα κρατώντας ένα ζευγάρι πυτζάμες στο ένα χέρι και ένα πιάτο λουκουμάδες στο άλλο λέγοντας:
«Ωραίες φίλες είσαστε !!!! Πυτζάμα πάρτι χωρίς εμένα;;;;;»
Οι άλλες δυο μόλις άκουσαν την φωνή της κοιτάχτηκαν απορημένες και πετάχτηκαν πάνω σαν να τις

είχε τσιμπήσει μέλισσα! Έπεσαν στην αγκαλιά της φίλης τους χωρίς να πιστεύουν ότι την είχαν εκεί μπροστά τους έπειτα από τόσο καιρό. Αφού την έστειλαν να αλλάξει και να φορέσει τις πυτζάμες της ξεκίνησαν να καταβροχθίζουν τους υπέροχους λουκουμάδες της μητέρας της που τους έφτιαχνε και όταν ήταν μικρές, και ζήτησαν αμέσως εξηγήσεις για το πώς βρέθηκε εκεί.
«Όταν χωρίστηκα με τη Μαρία στο Σύνταγμα, έπεσα σε ένα είδος κατάθλιψης. Δεν μου άρεσε τίποτα, δεν είχα διάθεση για τίποτα, και ήθελα πραγματικά να σας δω ξανά. Το είπα στο Νίκο κι εκείνος αμέσως μου είπε να έρθουμε για λίγο στην Τρίπολη, και να γυρίσουμε μαζί με τη μαμά μου για Πρωτοχρονιά στην Αθήνα. Συνεννοηθήκαμε μαζί της και συμφώνησε, ενώ τελικά μαζί μας ήρθε και η αδερφή της με τον άντρα της οπότε είμαστε όλοι ευχαριστημένοι! Όταν ερχόμασταν λοιπόν, συναντήσαμε τον Αντώνη στο δρόμο, που πήγαινε μαζί με τον Δημήτρη, σε κάποιο χωριό μου είπαν, και μου είπαν επίσης για τα ύπουλα σχέδιά σας, και δεν ήταν δυνατόν να μην με περιλαμβάνουν!! Έτσι ήρθα, έβαλα το παιδί για ύπνο, έκλεψα τους λουκουμάδες της μάνας μου και να ‘μαι!!!»

«Και πολύ καλά έκανες φιλενάδα!!!» είπε η Μαρία πραγματικά χαρούμενη και τη φίλησε. «Λοιπόν νομίζω πως ο Άη-Βασίλης μας έκανε το καλύτερο δώρο απόψε και θα πρέπει να το ευχαριστηθούμε στο έπακρο. Τι λέτε;»

«Εγώ λέω να βγάλεις τα Τρίγωνα Κάλαντα από το στερεοφωνικό και να βάλεις κανένα σταθμό της προκοπής να ακούσουμε και να αφήσεις τις φιλοσοφίες» μίλησε η «κλασσική» Τζίνα και οι υπόλοιπες ξεκαρδίστηκαν στα γέλια, ενώ τελικά της έκαναν το χατίρι κι έβαλαν έναν τοπικό σταθμό που έπαιζε απαλή μουσική!
Για αρκετή ώρα, η ατμόσφαιρα είχε ζεσταθεί, και η παρέα είχε βρει ξανά την παλιά της «αίγλη». Συζητούσαν ήρεμα και ευχάριστα, κι έλεγαν ιστορίες, από τα παιδικά τους χρόνια, σκανδαλιές, καυγάδες, ενώ νοστάλγησαν αξέχαστες ευτυχισμένες στιγμές. Ξαφνικά η Κατερίνα άρχισε να γελάει δυνατά, και οι άλλες τρεις την κοίταξαν απορημένες:
«Τι έπαθες χριστιανή μου στα καλά καθούμενα; Χάζεψες;» την ρώτησε η Βούλα αλλά δεν πήρε απάντηση αφού η φίλη της δεν μπορούσε να σταματήσει να γελάει και από κάποιο σημείο και μετά, άρχισε πια να τις εκνευρίζει!!!
«Θυμάσαι» κατάφερε τελικά να πει απευθυνόμενη στη Μαρία, «τότε που έλειπαν οι γονείς σου και εγώ με τη Τζίνα ήρθαμε να κοιμηθούμε μαζί σου, υποτίθεται για να μη φο-βάσαι, και εγώ παρίστανα τον υπνοβάτη;» Οι δυο φίλες άρχισαν κι αυτές να γελούν δυνατά, αφήνοντας την καημένη τη Βούλα να τις κοιτάει με παράπονο:
«Ε!!!Ζαβολιά!!Εγώ δεν το ξέρω αυτό!»
«Θα σου πω εγώ αγάπη μου!!!» είπε και πέταξε από ένα μαξιλάρι στις άλλες που συνέχιζαν να γελάνε μέχρι δακρύων: «Είναι αυτό που λέμε «φέρτες στο γάμο σου να σου πουν και του χρόνου». Έλειπαν οι γονείς μου για κάποιο ταξίδι, και οι κυρίες από εδώ, προσφέρθηκαν να μείνουν μαζί μου το βράδυ για να μην είμαι μόνη μου…»
«…εγώ που ήμουν;» παραπονέθηκε εκείνη με έκφραση μικρού παιδιού
«..κοιμόσουν από τις οκτώ όπως έκανες συνήθως» την κορόιδεψε η Κατερίνα
«Εννιά!!!!» προσπάθησε να … υπερασπίσει την τιμή της εκείνη και ξέσπασε νέος χεί-μαρρος γέλιων!!!

bus-19069_640«Που λες, ξαπλώσαμε και οι τρεις στο διπλό κρεβάτι και συζητούσαμε για διάφορα θέματα. Λίγο αργότερα, η δεσποινίς Κατερίνα, είπε ότι νύσταζε, και γύρισε πλευρό και κοιμήθηκε ενώ οι δυο μας συνεχίσαμε τη κουβέντα. Ξαφνικά, εκεί που μιλούσαμε, την βλέπω να σηκώνεται όρθια, και πάω να την ρωτήσω αν θέλει κάτι και γιατί σηκώθηκε, και πετάγεται η άλλη, η έξυπνη και μου λέει: «Σσσσσσς μην της μιλάς!!! Δεν βλέπεις; Είναι υπνοβάτης!!! Αν ξυπνήσει τώρα μπορεί και να πάθει καρδιά από το φόβο της». Περιττό να σου πω φιλενάδα ότι μου «κόπηκαν τα ύπατα». Φυσικά, ως συνήθως εγώ, πάτησα τα κλάματα, και η … υπνοβάτης ξύπνησε και μου είπε ότι έκαναν πλάκα!!! Εννοείται ότι ήθελα να τις πνίξω και τις δυο εκείνο το βράδυ αλλά αν δεν με γελά η μνήμη μου, υπήρξα κυρία! Τους γύρισα ευγενικότατα την πλάτη και κοιμήθηκα του καλού καιρού».

«Σαν δεν ντρεπόσασταν αναίσθητες;» είπε η Βούλα αυστηρά στις άλλες δυο που εξακολουθούσαν να γελούν μέχρι δακρύων.
« Έπρεπε να δεις την έκφραση της» έλεγε μέσα από τα γέλια της η Τζίνα «ήταν λες και είχε δει φάντασμα!!!». Τελικά η Μαρία με τη Βούλα δεν άντεξαν και τις συνόδεψαν κι αυτές, σε ένα ατελείωτο «παραλήρημα» γέλιου, που σε τίποτα δεν θύμιζε πια, την παγωμένη ατμόσφαιρα, με την οποία είχε ξεκινήσει η βραδιά!
«Μου είχαν λείψει πολύ όλα αυτά!!!» είπε η Μαρία γελώντας.
«Κι εμένα» συμφώνησε η Κατερίνα «αλλά το μεγάλο ερώτημα είναι: και μετά..?τι?»
Οι τέσσερις γυναίκες σοβάρεψαν κι έμειναν για λίγο σκεπτικές. Τελικά η Κατερίνα, σαν να τη χτύπησε κεραυνός, πετάχτηκε και είπε: «Α καλέ!!! Δεν σας είπα!!! Ο Γιάννης πήρε μετάθεση!! Γύρω στο Φλεβάρη θα μετακομίσουμε…. που;»
«Που;» είπαν απορημένες οι άλλες τρεις ταυτόχρονα.
«Εδώ! Επιτέλους ερχόμαστε Τρίπολη!!»
«Σοβαρά μιλάς;» ενθουσιάστηκε η Βούλα «Και τον Νίκο Τρίπολη θα τον φέ-ρουν!!!!Δεν ξέρω για πόσο βέβαια αλλά υπάρχει μια πιθανότητα να μείνει μόνιμα»
«Τι τύχη κι αυτή να σας έχω και τις δυο ξανά πάνω από το κεφάλι μου» τις ειρωνεύτηκε πειραχτικά η Τζίνα κι εκείνες τις έβγαλαν τη γλώσσα. Μόνο η Μαρία παρέμεινε σιωπηλή , αφού το μικρό πράσινο τερατάκι ζήλιας είχε κάνει την εμφάνισή του και της πλάκωνε την ψυχή.
«Μόνο εγώ θα είμαι μόνη μου» είπε τελικά!
«Έλα χαζή» την παρηγόρησε η Κατερίνα «θα ερχόμαστε Αθήνα, δίπλα είναι»
«Ναι όπως υποσχεθήκατε ότι θα έρθετε και στην Αμερική!» παραπονέθηκε εκείνη
«Ναι, έχεις δίκιο, και η Αμερική μιάμιση ώρα με το αυτοκίνητο είναι!!» την ειρωνεύτηκε η Βούλα και γέλασαν για άλλη μια φορά.
Εκείνη τη στιγμή, χτύπησε το τηλέφωνο του σπιτιού και η Μαρία τρόμαξε αφού η ώρα ήταν ήδη περασμένες 12. Τελικά , ήταν η μητέρα της Κατερίνας ή οποία, σίγουρη ότι δεν είχαν κοιμηθεί πήρε να τις καλέσει και τις τρεις με τους άντρες και τα παιδιά τους στο σπίτι, να περάσουν μαζί την παραμονή των Χριστουγέννων μιας και η ίδια αλλά και η μικρή εγγονή της γιόρταζαν την ονομαστική τους εορτή. Όλες δέχτηκαν με χαρά, και ενθουσιασμό που θα περνούσαν όλοι μαζί , μια τόσο σημαντική ημέρα.
«Πάντως» είπε και η Βούλα «το σκέφτηκα πολλές φορές. Γιατί άραγε κόψαμε τόσο γρήγορα επικοινωνία; Δεν έγινε κάτι μεταξύ μας που μας έκανε να θέλουμε να απομακρυνθούμε»
snowman-1073524_640«Μην το ψάχνεις Βούλα» ακούστηκε η φωνή της Τζίνας «Δεν νομίζω ότι φταίει καμιά μας, απλά απορροφηθήκαμε από τις δουλειές και τις οικογένειές μας. Δεν έγινε σκόπιμα από καμιά μας πιστεύω. Σίγουρα πάντως όχι από εμένα».
«Ούτε και από εμένα» είπαν όλες με τη σειρά τους και η Μαρία πρόσθεσε: «Εξάλλου αν είχε γίνει σκόπιμα δεν νομίζω να ήμασταν σ’ αυτή τη φάση απόψε, να γελάμε και να μιλάμε όπως πριν χρόνια.
«Σωστά. Πάντως κορίτσια… πραγματικά, απόψε ένιωσα σαν να μην είχαν περάσει τόσα χρόνια, σαν να ήταν χθες η τελευταία μέρα που βρεθήκαμε όλες μαζί» είπε η Κατερίνα
«Ναι αλλά χάσαμε πολλά η καθεμιά από τη ζωή της άλλης» κατσούφιασε η Βούλα
«Σίγουρα, αλλά η ζωή είναι μπροστά μας, και δεν είμαστε και μεγάλες! Το πάθημα θα μας γίνει μάθημα και είμαι σίγουρη ότι από εδώ και στο εξής τα πράγματα θα είναι διαφορετικά» είπε ξανά η Μαρία, και τελικά όλες συμφώνησαν. Η υπόλοιπη βραδιά, τελείωσε με γέλια, πειράγματα, και μια προσπάθεια να αναπληρώσουν τα όσα έχασαν λέγοντας όλες ιστορίες από την ζωή τους.

Την επόμενη ημέρα, η Μαρία ήταν πολύ χαρούμενη κι ευτυχισμένη από τη μια αλλά στενοχωρημένη από την άλλη γιατί και πάλι θα ήταν μακριά από τις φίλες της. Ο Δημήτρης την κοιτούσε πότε να χαμογελά και πότε να μελαγχολεί και προσπαθούσε να μαντέψει τι της συμβαίνει. Τελικά αποφάσισε να τη ρωτήσει ο ίδιος.
«Τι σου συμβαίνει εσένα;» τη ρώτησε
«Τι εννοείς; Μια χαρά είμαι»
«Αγάπη μου σε ξέρω καλύτερα απ’ ότι μπορείς να φανταστείς. Δεν με γελάς εμένα. Τι συμβαίνει;»
«….. Τίποτα»
«Μαρία … λέγε… έχουμε πει θα τα συζητάμε όλα. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω αν δεν μου πεις τι γίνεται. Δεν περάσατε χθες καλά με τις φίλες σου;»
«Τέλεια» είπε εκείνη με ένα πλατύ χαμόγελο. «Φοβερή βραδιά! Κάναμε κοιλιακούς από τα γέλια».
«Ε τότε; Γιατί ξαφνικά μελαγχολείς;»
«Δημήτρη, άστο.. δεν θέλω να σε επηρεάσω στις αποφάσεις σου».
«Μα τι λες τώρα; Αν δεν με επηρεάσεις εσύ ποιος θα το κάνει;»
Εκείνη πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε να μιλά:
«..Καλά… Απλά, ο Γιάννης, ο άντρας της Κατερίνας, πήρε μετάθεση για Τρίπολη, όπως επίσης θα φέρουν εδώ και τον άντρα της Βούλας. Σκέφτομαι λοιπόν ότι θα είναι όλες μαζί κι εγώ μόνη μου στην Αθήνα. Βέβαια έχω και τις εκεί φίλες μου αλλά δεν είναι το ίδιο ξέρεις…»
«Φυσικά και ξέρω. Αλλά δεν καταλαβαίνω που είναι το πρόβλημά σου. Θέλεις να μείνουμε κι εμείς εδώ;»
«Δημήτρη… δεν ξέρω… δεν μπορώ να σε αναγκάσω να μείνεις κάπου που δεν σου α-ρέσει», του είπε κι εκείνος της χαμογέλασε.
«Μα ποιος σου είπε ότι δεν μου αρέσει; Είχα κι εγώ μια πρόταση να σου κάνω, αλλά περίμενα να είναι λίγο πιο ήρεμα τα πράγματα ώστε να το σκεφτούμε λίγο καλύτερα».
«Τι έγινε;» είπε εκείνη απορημένη.
«Ο φίλος μου που πήγαμε χθες με τον Αντώνη, έχει μια μεγάλη εταιρεία, και τώρα θέλει να ανοίξει κάποια γραφεία εδώ στην Τρίπολη, και μου πρότεινε να το αναλάβω εγώ. Δεν ήξερα όμως αν το ήθελες εσύ, και του είπα να μου δώσει λίγο χρόνο ώσπου να το συζητήσουμε οι δυο μας», της εξήγησε ο Δημήτρης, κι εκείνη δεν πίστευε στα αυτιά της!
«Είσαι σίγουρος ότι θέλεις;»
«Γιατί όχι; Εδώ θα έχουμε τους φίλους μας, τα παιδιά μας θα μεγαλώσουν με αγαπημένα άτομα όπως κι εσύ , χωρίς το άγχος της Αθήνας, κι εμείς θα είμαστε πιο ήρεμοι. Δουλειά εγώ θα έχω. Εσύ αν θες μπορείς να ασχοληθείς με την ίδια δουλειά μ’ εμένα, να βρεις κάτι άλλο, ή αν δεν θες μπορείς απλά να καθίσεις να γράψεις το βιβλίο που τόσο ονειρεύεσαι και …..».
Εκείνη τον διέκοψε και έπεσε στην αγκαλιά του λέγοντας μόνο «ευχαριστώ… ευχαρι-στώ». Όταν ήταν φοιτήτρια, είχε αποκλείσει το γεγονός να επιστρέψει πάλι στην Τρίπολη, αλλά τελικά η ζωή δεν τα φέρνει πάντα όπως τα περιμένουμε. Μετά από τόσο καιρό μοναξιάς στην Αμερική, είχε ανάγκη να αναπληρώσει όλα αυτά τα χρόνια, κοντά στους αγαπημένους της ανθρώπους που μεγάλωσε δίπλα τους και πέρασε τόσο ευτυχισμένες στιγμές.

5387082250_5d1be6aff9_mΤο βράδυ, όπως είχαν συμφωνήσει, πήγαν με τα παιδιά τους και τους γονείς της Μαρίας, που είχαν στο μεταξύ επιστρέψει, στο σπίτι της Κατερίνας, να περάσουν όλοι μαζί το ρεβεγιόν των Χριστουγέννων , επί τη ευκαιρία της εορταστικής γιορτής της μητέρας και της μικρής κόρης της. Η φίλη της μαζί με τη μαμά της είχαν φτιάξει πολλά απολαυστικά εδέσματα, αλλά και γλυκά, στα οποία είχε η δεύτερη μεγάλη αδυναμία. Έφαγαν και μόλις τελείωσαν το φαγητό τους, ζήτησε να δει ιδιαιτέρως τις τρεις φίλες της και οι τέσσερις τους στάθηκαν όρθιες σε μια γωνιά, δίπλα από το τζάκι, αγνοώντας τους γονείς τους που διαμαρτύρονταν ότι δεν είχαν αλλάξει παρά τα τόσα χρόνια!!!!
«Λοιπόν; Προς τι η τόση μυστικοπάθεια;» ρώτησε ανυπόμονα η Κατερίνα
«Μόλις σήμερα έμαθα κάτι, και ήθελα να είστε οι πρώτες με τις οποίες θα το μοιρα-στώ»
«Τι έγινε; Είσαι πάλι έγκυος;» είπε η Τζίνα
«Ναι … επειδή εσύ βάλθηκες να αραδιάζεις παιδιά, πρέπει να ακολουθήσουμε το παράδειγμά σου» την ειρωνεύτηκε η Βούλα κι εκείνη την κλώτσησε γελώντας.
«Θα την αφήσετε να μιλήσει;» παρενέβη η Κατερίνα, και η Μαρία πήρε βαθιά ανάσα λέγοντας:
«Ο Δημήτρης είχε μια προσφορά για δουλειά… εδώ στην Τρίπολη. Κι έτσι θα είμαι κι εγώ μαζί σας!!!!»
«Όχι που θα την γλυτώναμε» κορόιδεψε η Τζίνα και μετά και οι τρεις τους την αγκάλιασαν χαρούμενες.
«Τελικά ο Αη-Βασίλης μας αποζημίωσε έτσι;» είπε η Κατερίνα
«Και με το παραπάνω» απάντησε χαμογελαστή η Μαρία
«Δείτε, χιονίζει!!!!» Διέκοψε χαρούμενη η Βούλα κοιτώντας έξω από το παράθυρο, «Αν το συνεχίσει μ’ αυτό το ρυθμό, σίγουρα σε λίγες ώρες θα το έχει στρώσει για τα καλά!!»
«Απίστευτο. Έχει τουλάχιστον πέντε χρόνια να χιονίσει εδώ!!!» είπε η Τζίνα και στάθηκε κι αυτή δίπλα στις φίλες της.
«Λοιπόν, νομίζω πως είναι ώρα για μια πρόποση» είπε η Βούλα και σήκωσαν τα ποτήρια τους:
«….Όλες για μια και μια για όλες» είπαν ταυτόχρονα, και ήπιαν στην υγεία της Μοίρας, που αποφάσισε να τις ενώσει ξανά, μια τόσο ευλογημένη ημέρα!

Print Friendly, PDF & Email