Ότι Ονειρευόμαστε είμαστε....

Επιστροφή στο σπίτι…

Posted on

Share on FacebookTweet about this on TwitterGoogle+Pin on PinterestShare on LinkedInEmail to someonePrint this page

Ξέρετε πόσο μου αρέσει το γράψιμο και ξέρετε και πόσο μου αρέσουν τα bloggo-δρώμενα. Το σημερινό δρώμενο ξεκίνησε από την Ελένη και το ιστολόγιό της Καρυδότσουφλο . Η Ελένη λοιπόν μας έδωσε αυτήν την καταπληκτική, δική της, φωτογραφία και μας ζήτησε να εμπνευσθούμε και να γράψουμε μια ιστορία , ένα ποιήμα, ότι μας έρχεται τέλος πάντων, καθώς βλέπουμε την φωτογραφία αυτή. Μου βγήκε λοιπόν ο συγγραφικός μου οίστρος και δημιούργησα κι εγώ μια ιστορία. Καθώς φυσικά δεν γινοταν να μην είναι…….εχμ…….. μεγαλούτσικη θα σας την βάλω σε δύο μέρη 🙂 (είναι σχεδόν έτοιμη οπότε δεν θα καθυστερήσει το δευτερο, απλά δεν θέλω να σας κουράσει). Καλή ανάγνωση 🙂 

Σταμάτησε το αυτοκίνητό της λίγο πιο μακριά από το πατρικό της σπίτι και στάθηκε για λίγο εκεί, να το παρατηρεί πίσω από το βρεγμένο τζάμι. Έκλεισε τα μάτια της και ανάπνευσε βαθιά. Το μουσκεμένο χώμα, τα δέντρα, τα λουλούδια, γέμισαν τις αισθήσεις της, ευωδιαστές μυρωδιές και γνώριμες εικόνες. Γύρισε πίσω και κοίταξε την 7χρονη κόρη της που κοιμόταν ήρεμη στο πίσω κάθισμα. Νοερά το μυαλό της έκανε ένα ταξίδι στο χρόνο, και βρέθηκε ξανά στην αυλή του πατρικού σπιτιού της, μαζί με τα δυο αδέρφια της, να παίζουν ξέγνοιαστα και χαρούμενα, με τόση αγάπη γύρω τους. Μόνο αγάπη, αγάπη και ασφάλεια. Τίποτε άλλο δεν είχε σημασία τότε. Καμιά έγνοια, καμιά στενοχώρια, καμιά ανησυχία. Και επέστρεψε στο σήμερα, στο κοντινό παρελθόν, σε όσα συνέβησαν πριν και μετά το ατύχημα.

Για λίγο δείλιασε κι αποφάσισε να ξεκινήσει το αυτοκίνητο και να γυρίσει στην Αθήνα. Μετά όμως το ξανασκέφτηκε. Δεν έπρεπε να φερθεί εγωιστικά, σημασία πια δεν είχε η ίδια αλλά η μικρή της νεράιδα. Εκείνη έπρεπε να σκεφτεί, για εκείνη έπρεπε να «ρίξει τα μούτρα της» και να ζητήσει συγνώμη από τους γονείς της για την άδικη συμπεριφορά της απέναντί τους.

Η Χαρά μεγάλωσε σε μια πολύ δεμένη και αγαπημένη οικογένεια με δυο γονείς που δεν της στέρησαν τίποτα. Ούτε από εκείνη, ούτε από τα αδέρφια της. Ότι ήθελαν το είχαν. Αγάπη, ασφάλεια, παιχνίδια, βόλτες, ταξίδια, εκπαίδευση. Τα πάντα. Ακόμα κι αν ο πατέρας έπρεπε να τους πηγαινοφέρνει στην πόλη δυο και τρεις φορές για να κάνουν όσα ήθελαν. Άλλος μουσική, άλλος χορό, άλλος ποδόσφαιρο. Στα δεκαέξι της όμως, αποφάσισε να επαναστατήσει κι ας μην ήξερε γιατί! Κι έπειτα, μετά από έναν μεγάλο καυγά με τους γονείς της , για αιτίες που ούτε καν θυμάται πια, αιτίες που αφορούσαν την τότε σχέση της, τις επιδόσεις της στο σχολείο, την επιλογή της να μην σπουδάσει αλλά να ασχοληθεί με την φωτογραφία,  άνοιξε απλά την πόρτα κι έφυγε.  Τόσο απλά, τόσο εγωιστικά. Ναι μεν ειπώθηκαν λόγια που δεν έπρεπε και από τις δυο πλευρές, αλλά να φυγει; Να τους πονέσει τόσο; Εκείνους που πάντα ήταν η φωλιά της, το λιμανάκι της, η  πιο μεγάλη αγκαλιά;

Ακόμα κι όταν τα χρόνια πέρασαν και αντιλήφθηκε το λάθος της, βίωσε πρώτα την φάση του εγωισμού κι έπειτα της ντροπής. Με τι βλέμμα να γυρίσει πίσω; Με τι μάτια να τους αντικρύσει μετά από τον πόνο που τους σέρβιρε κατευθείαν στο πιάτο; Οπότε επέλεξε το πιο εύκολο, να ρίξει τις ευθύνες πάνω τους, ότι τάχα μου δεν την έψαξαν ποτέ και δεν την πλησίασαν ποτέ κι αφού δεν νοιάστηκαν ποτέ να την αναζητήσουν, τελικά μάλλον τους έκανε χάρη που έφυγε. Δεν ήξερε όμως την αλήθεια…. Και όταν θα την μάθει θα πονέσει ακόμα περισσότερο.

Η Χαρά γνώρισε τον Νικόλα, παντρεύτηκαν με πολιτικό γάμο, μόνοι τους, χωρίς συγγενείς χωρίς φίλους χωρίς κανέναν, και απέκτησαν την Νεφέλη. Τον μικρό τους ήλιο, το πιο φωτεινό σημείο της ζωής τους. Πληγωμένη από την δική της κατάσταση με την οικογένειά της, αποφάσισε να κρατήσει μακριά από τη ζωή της και την οικογένεια του άντρα της χωρίς όμως εκείνοι να της έχουν φερθεί ποτέ άσχημα. Όσο κι αν προσπάθησαν να την πλησιάσουν είχε ρίξει τοίχο γύρω από τον εαυτό της και την οικογένειά της. Φίλες και φίλους δεν επιδίωξε να αποκτήσει ποτέ. Το μόνο που υπήρχε για εκείνη ήταν η Νεφέλη και ο Νικόλας.

Ώσπου ένα απόγευμα συνέβη αυτό που δεν θα μπορούσε να φανταστεί ποτέ. Το ατύχημα που κατέστρεψε τη ζωή της, μετέτρεψε την ευτυχία της, σε απόλυτη δυστυχία και … άλλαξε τα πάντα. Γυρνούσαν με το Νικόλα και την μικρή τους από μια βραδινή βόλτα, το αυτοκίνητο ξέφυγε και έπεσε σε έναν αρκετά βαθύ γκρεμό. Ο Νικόλας σκοτώθηκε ακαριαία, εκείνη και το παιδί τραυματίστηκαν σοβαρά.

Τότε άρχισε να συνειδητοποιεί τι είχε κάνει. Όταν στο νοσοκομείο δεν τους επισκέφθηκε ούτε ένας άνθρωπός, και στην κηδεία του άντρα της ήταν εκείνη, οι γονείς του και τα αδέρφια του με τους οποίους δεν αντάλλαξε ούτε μια κουβέντα, δυο γείτονες, και δυο συνάδελφοί του. Όταν δεν είχε έναν ώμο να κλάψει, μια αγκαλιά να κουρνιάσει και να αφήσει την ψυχή της να ξεσπάσει και να βγάλει τον πόνο . Όταν έμαθε ότι ο τραυματισμός της κόρης θα ήταν μόνιμος και θα σημάδευε την ζωή της από τόσο μικρή ηλικία, κι εκείνη δεν είχε κανέναν να της συμπαρασταθεί, να τη βοηθήσει να της πει πως όλα θα πάνε καλά.

Η Χαρά επέστρεψε στο σπίτι, προσπάθησε να μαζέψει τα κομμάτια της και να ξεκινήσει τη ζωή της από το μηδέν αλλά δεν τα κατάφερε. Η μοναξιά είχε αρχίσει πια να γίνεται ασφυκτικός κλοιός και να της προκαλεί πόνο, κρίσεις πανικού αλλά και κλειστοφοβίας. Η μικρή Νεφέλη είχε να κάνει το δικό της αγώνα, να αντιμετωπίσει όχι μόνο το πρόβλημα υγείας της αλλά και την απώλεια του μπαμπά της. Και μέσα σε όλα έβλεπε κι εκείνη να λιώνει και να μαραζώνει μέρα με τη μέρα, να είναι πλέον ένα ζωντανό φάντασμα που απλά κυκλοφορούσε μέσα στο σπίτι και εξυπηρετούσε τις βασικές τους ανάγκες. Φαγητό, φάρμακα, τη βασική καθαριότητα και άντε και καμιά αγκαλιά .

Ένα πρωί, ξύπνησε και βρήκε τη Νεφέλη να κλαίει μόνη της στο κρεβατάκι της με λυγμούς. Προσπάθησε να την κάνει να της εξηγήσει τι συμβαίνει αλλά ο μικρός της άγγελος έδειχνε τρομοκρατημένος. Όταν κατάφερε να την πείσει να της μιλήσει, το κοριτσάκι της είπε ότι φοβάται πολύ, ότι δεν της αρέσει που είναι μόνες τους, πως αν πάθουν κάτι δεν θα το μάθει κανένας, πως της λείπει ο μπαμπάς της και τώρα που έμειναν οι δυο τους δεν θα τα καταφέρουν. Όλο αυτό το σκηνικό και τα πονεμένα λόγια της κόρης της, πάτησαν ένα διακόπτη στη ψυχή της Χαράς, και άλλαξαν τα πάντα. Ήταν ένα δυνατό χαστούκι να ξυπνήσει και να πάρει τη ζωή της στα χέρια της. Δεν μετρούσε πια εκείνη, μόνο η Νεφέλη.

Μετά από πολλές σκέψεις, ενδοσκόπηση και συζήτηση με τον εαυτό της αποφάσισε να τολμήσει να γυρίσει στο σπίτι της αν και φοβόταν πως η κατάληξη δεν θα ήταν αυτή που ήθελε. Και περισσότερο ανησύχησε για το παιδί της και για το αίσθημα της απόρριψης που θα βίωνε καθώς οι παππούδες της, και με το δίκιο τους, θα τους έκλειναν την πόρτα στα μούτρα. Μετά θα έπρεπε να πλησιάσει και τα πεθερικά της, καθώς η Νεφέλη έπρεπε να κρατήσει επαφή και με την οικογένεια του πατέρα της αλλά αποφάσισε να κάνει τα βήματα ένα ένα.

Εδώ θα σας αφήσω με την …απορία… Το υπόλοιπο σε λίγες μέρες μαζί σας ! (είπα είναι σχεδόν έτοιμο :P).Προς το παρόν ομως μπορείτε να πάτε στο ιστολόγιο της Ελένης και να διαβάσετε τις υπόλοιπες ιστορίες. 

Εδώ μπορείτε να μου αφήσετε το σχόλιό σας....

Σχόλια...

  • ainafetst .

    Εξαιρετική η γραφή σου Μαράκι μου!
    Μπορώ εύκολα να φανταστώ το τέλος που θα δόσεις και αυτό γιατί ξέρω πια την ευαισθησία σου και σχετικά με τη συγχώρεση!
    Περιμένω να σε ξαναδιαβάσω ελπίζω πολύ σύντομα!
    ΑΦιλάκια πάντα τρυφερά! <ε

    • mariakat

      Γλυκιά μου Στεφανία σε ευχαριστώ άλλη μια φορά για τα γλυκά σου λόγια. Με τιμαει πολύ η θετική σου γνώμη:))
      Έρχεται η συνέχεια άμεσα
      Σε γλυκόφιλω

Share on FacebookTweet about this on TwitterGoogle+Pin on PinterestShare on LinkedInEmail to someonePrint this page

Ρίξτε μια ματιά κι εδώ

Show Buttons
Hide Buttons