MyDreamland

Ότι ονειρευόμαστε … είμαστε!

Online Story- Επεισόδιο 7

    planeH Μαργαρίτα κοίταξε έξω από το παράθυρο του αεροπλάνου και αναστέναξε βαθιά. Ήδη έβλεπε από ψηλά να φαίνεται το αεροδρόμιο “Μακεδονία” ,και σε δέκα λεπτά θα προσγειωνόταν στην αγαπημένη της Θεσσαλονίκη. Εκεί ο Θωμάς είχε ενοικιάσει ένα αυτοκίνητο, προκειμένου να πάνε στο Κρυονέρι να επισκεφθούν τους γονείς της μετά από πολλά χρόνια. Η Μαργαρίτα δεν σκόπευε να κάνει αυτό το ταξίδι τόσο σύντομα, αλλά το τηλεφώνημα της Ευθαλίας την έκανε να αλλάξει γνώμη. Έφερε στο μυαλό της το διάλογό της με την ηλικιωμένη γυναίκα, τις προάλλες, αφότου εκείνη και ο αγαπημένος της είχαν μοιραστεί τα μυστικά τους και σκοτείνιασε ξανά.

    -Παρακαλώ;
    -Μαργαρίτα; Εσύ είσαι; Η Ευθαλία είμαι!
    -Καλησπέρα Ευθαλία!Τι κάνεις; Όλα καλά;
    -Ναι… ας τα λέμε, είχα πάει σήμερα το πρωί στο Πανεπιστήμιο της Μυρτώς για άλλη μια φορά, μήπως έτυχε κάποιος να τη δει καθώς είναι και περίοδος εξεταστικής.
    -Εμαθες κάτι;ρώτησε γεμάτη αγωνία η Μαργαρίτα!
    -Δυστυχώς όχι κορίτσι μου. Τίποτα ακόμα, απάντησε εκείνη και η Μαργαρίτα ένιωσε την απογοήτευση στη φωνή της.Έδωσα όμως το τηλέφωνό μου στους καθηγητές κι ελπίζω ότι όποιος, και αν τη δει θα έχει την ευαισθησία να μου τηλεφωνήσει.
Η Μαργαρίτα την λυπήθηκε. Σκέφτηκε πως αν εκείνη, που δεν την είχε δει ποτέ, που δεν ήξερε καν ως τοτε ότι έχει ένα παιδί, ένιωθε τόσο φοβισμένη για την Μυρτώ, πως θα ένιωθε η Ευθαλία που την είχε μεγαλώσει σαν να ήταν δική της κόρη;
    -Μην απογοητεύεσαι, την παρηγόρησε και η γυναίκα ένιωσε μια ζεστασιά στη φωνή της που δεν είχε ξανανιώσει ποτέ ως εκείνη τη στιγμή. Κατάλαβε πως η Μαργαρίτα άρχισε να ρίχνει σιγά σιγά τους τοίχους ανάμεσά τους και να αφήνει μια χαραμάδα επικοινωνίας. Η Ευθαλία ήξερε πως ο μόνος τρόπος να βρουν τη Μυρτώ είναι να συνεργαστούν οι δυο γυναίκες. Και μέχρι εκείνη τη στιγμή η Μαργαρίτα, και με το δίκιο της φυσικά, την αντιμετώπιζε πάρα πολύ ψυχρά.

    -Προσπαθώ κορίτσι μου, θα την βρούμε, έχω ένα προαίσθημα οτι είναι καλά, θα τη βρούμε. Ξέρεις όμως, δεν σε πήρα γι’αυτό.

    -Αλλά; ρώτησε η Μαργαρίτα, γεμάτη απορία για το τι άλλο θα μπορούσε να την ήθελε η Ευθαλία. Έγινε κάτι άλλο;

    -Την προήγουμενη εβδομάδα, συναντήθηκα με την κυρία Σοφία, τη γυναίκα του φούρναρη στο Κρυονέρι. Την θυμάσαι;

    -Ναι, νομίζω οτι ήταν η μόνη που συμπαθούσα στο χωριό.

   girl-515667_640 -Κι εγώ, γιαυτό και κράτησα επαφή μαζί της. Φυσικά δεν ήξερε τίποτα για όλα όσα είχαν συμβεί, ούτε ακόμα ξέρει. Έρχεται αραιά και που στην Αθήνα, γιατί σπουδάζει η εγγονή της, και θέλει να την βλέπει. Δεν ξέρω αν έμαθες ότι έχασε το γιο και τη νύφη της σε τροχαίο δυστύχημα.

    -Όχι δεν ήξερα τίποτα, εξάλλου οπως ξέρεις από τότε πού εφυγα από το χωριό έκοψα κάθε δεσμό. Κρίμα για την γυναίκα! Και λοιπόν; Τι σχέση έχει η κυρία Σοφία με την υπόθεσή μας;

    -Καμία. Μου είπε όμως κάτι άλλο που πιστεύω πως πρέπει να μάθεις.  Η μητέρα σου κορίτσι μου….Δεν είναι πολύ καλά.

    Η Μαργαρίτα σάστισε. Στην πραγματικότητα δεν ήξερε πως να νιώσει. Υπήρχε μεγάλο χάσμα ανάμεσα σ’εκείνη και τους γονείς της. Δεν είχε νιώσει σχεδόν ποτέ, εκτός από την περίοδο μετά την γέννα της, το μητρικό χάδι, τη μητρική στοργή, τη μητρική αγάπη. Δεν είχε ακούσει ποτέ τη μητέρα της να της λέει παραμύθια ή τραγούδια, δεν την είχε πάρει ποτέ αγκαλιά δεν της είχε ψιθυρίσει ποτέ γλυκόλογα. Στο άκουσμα του ότι η μητέρα της δεν είναι καλά, ένιωσε να ταράζεται όμως όλο αυτό το χάσμα ανάμεσά τους, δεν της επέτρεψε να νιώσει κάτι παραπάνω, να αγχωθεί, να φοβηθεί ή να στενοχωρηθεί. Αυτό το πάγωμα συναισθημάτων τρόμαξε ακόμα και την ίδια.

    -Τι συνέβη; Ψέλισε υστερα από λίγα δευτερόλεπτα σιωπής.

    -Έχει άνοια. Είναι βέβαια σε αρχικό στάδιο, αλλά που και που χάνει την επαφή με το περιβάλλον. Η Σοφία μου είπε οτι μια μέρα σε έψαχνε στην πλατεία του χωριού.

    -Μάλιστα, κατάλαβα…. και γιατί δεν με ενημέρωσε ο πατέρας μου;old-450742_640

    -Τι να σου πω κορίτσι μου; Ξέρεις πόσο εγωιστής ειναι ο πατέρας σου, αλλά εγώ σκέφτηκα πως έπρεπε να στο πω. Ξέρω πως οι σχέσεις σας δεν είναι οι καλύτερες αλλά…. δεν ξέρω, μητέρα σου είναι…..το αίμα νερό δεν γίνεται. Ίσως θέλεις να πας να την δεις.

    -Δεν ξέρω…. θα δώ.. απάντησε η Μαργαρίτα μελαγχολικά. Δεν μου κάνει καμιά αίσθηση Ευθαλία, ειδικά μετά από όλα όσα μου αποκάλυψες. Μου κατέστρεψαν τη ζωή, με τον έναν και με τον άλλον τρόπο! Πως θα τους αντικρύσω όταν νιώθω τόση απέχθεια;

    -Έχεις δίκιο Μαργαρίτα μου, έχεις απόλυτο δίκιο. Και καταλαβαίνω ότι οι γονείς σου, σου έκαναν εξίσου κακό με το Χρήστο, ίσως και χειρότερο. Όμως… ίσως ήρθε η ώρα να τους αντιμετωπίσεις.

    Η γυναίκα σκέφτηκε λίγο και απάντησε:

    -Σε πειράζει αν τους πω όλα όσα μου είπες;

    -Όχι φυσικά!! Να τους τα πεις! Να τα βγάλεις απο μέσα σου κορίτσι μου και να μην αφήσεις αυτό το παράπονο, αυτόν τον πόνο να σε κατατρώει!

    -Ευθαλία….

    -Πες μου…

    -Δεν είναι ώρα τώρα και δεν λέγονται από το τηλέφωνο αυτά, αλλά έχω μεγάλη ανάγκη να σου πω ένα μεγάλο ευχαριστώ. Μέσα στη δίνη των γεγονότων δεν σε ευχαρίστησα ποτέ για την αγάπη που έδωσες στη Μυρτώ. Ξέρω πως κι εσύ ήσουν ένα από τα θύματα του Χρήστου, κι αν δεν ήσουν αυτή που είσαι, το παιδί μου θα είχε περάσει δύσκολα… Καταλαβαίνω οτι νιώθεις ενοχές που έφυγε η Μυρτώ αλλά δεν φταις εσύ! Δεν στο είπα ποτέ, και δεν σου συμπεριφέρθηκα και με τον καλύτερο τρόπο, αλλά μόλις ηρέμησα λίγο κι έβαλα τα πράγματα σε σειρά, κατάλαβα πόσο ευγνώμων σου είμαι…Σ’ευχαριστώ για όλα λοιπόν!!!Για όλα !!

    eye-609987_640Η Ευθαλία συγκινήθηκε πολύ…. ένιωσε ένα κόμπο να ανεβαίνει στο λαιμό της και να την πνίγει. Τόσα χρόνια ζούσε με τις τύψεις γι’ αυτό που είχαν κάνει στην Μαργαρίτα, εκείνη, ο Χρήστος και ο πατέρας της, με τη συνενοχή της μάνας φυσικά. Την βάραιναν οι ενοχές για την νέα μητέρα που όχι μόνο δεν κατάφερε ποτέ να γνωρίσει το παιδί της αλλά και που ζούσε με το βαρύ φορτίο μιας τέτοιας απώλειας. Αποφάσισε λοιπόν, πως αν μη τι άλλο, για να την αποζημιώσει να μεγαλώσει το κοριτσάκι σαν να ήταν δικό της. Εξάλλου εκείνο δεν έφταιγε σε τίποτα, ένα αθώο πλάσμα ήταν. Ένα αδύναμο αθώο πλασματάκι. Πως θα μπορούσε να του γυρίσει την πλάτη;

Καθώς την έβλεπε να μεγαλώνει της θύμισε σε πολλά την βιολογική της μητέρα. Στην εμφάνιση, στην ευαισθησία, ακόμα και στην ευφυϊα. Η Ευθαλία δεν ειχε προλάβει να γνωρίσει καλά την Μαργαρίτα όταν ήταν παιδάκι, όμως είχε καταλάβει ότι ήταν ένα πανέξυπνο πλάσμα και αναρωτιόταν πως γινόταν να μην το βλέπουν οι γονεις της, πως γινόταν να της δείχνουν τέτοια αδιαφορία.  Η ξαφνική αναγνώριση όλων όσων έκανε η Ευθαλία για την Μυρτώ, έφερε στη γυναίκα μεγάλη συγκίνηση και ανακούφιση, αλλά κατάφερε να συγκρατήσει τους λυγμούς της και απλά ειπε:

-Σους! Δεν είναι ώρα γι’αυτά κοριτσι μου! Ας την βρούμε πρώτα με το καλό, και όλα θα τα πούμε… όλα θα γίνουν! Άντε τώρα να σκεφτείς και να αποφασίσεις τι θα κάνεις με τους γονείς σου και θα ξαναμιλήσουμε εμείς!!! Καλό απόγευμα!

-Έγινε… θα σου τηλεφωνήσω σύντομα!! Σ’ευχαριστώ και πάλι που με ενημέρωσες…. καλό απόγευμα!απάντησε η Μαργαρίτα και ένιωσε κι εκείνη να φεύγει ένα βάρος από μεσα της καθώς έκλεινε το τηλέφωνο.

Ανέφερε στο Θωμά τον διάλογό της με την Ευθαλία, και μετά απο μια πολύωρη συζήτηση μαζί του, και με ένα μίνι τηλεφωνικό συμβούλιο με την Έλενα, αποφάσισε πως ήταν η ώρα να αντιμετωπίσει επιτέλους τον πατέρα της, και να διώξει απο πάνω της τα φαντάσματα του παρελθόντος! Έτσι, αποφάσισαν με τον Θωμά να πάνε μαζί, να μείνουν στην Καβάλα και να επισκεφθουν το πατρικό της στο Κρυονέρι.

Καθώς ετοιμάζονταν να προσγειωθούν, ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος κι έπιασε το χέρι του αγαπημένου της. Εκείνος την κοίταξε και της χαμογέλασε συγκαταβατικά, και την ρώτησε:

-Είσαι έτοιμη;

-Όχι… αναστέναξε βαθιά εκείνη. Αλλά ποτέ δεν θα είμαι…. οπότε… ας πάμε και οτι ειναι να γίνει θα γίνει!

OLYMPUS DIGITAL CAMERA
Πηγή: Kavala.Gov.Gr

Δυο ώρες μετά το ζευγάρι βρισκόταν ήδη στο ξενοδοχείο τους στην όμορφη Καβάλα. Είχαν αποφασίσει να περάσουν την βραδιά εκεί και το επόμενο πρωί, να πάνε στο Κρυονέρι. Η Μαργαρίτα ήθελε λίγο ακόμα χρόνο να ανασυγκροτήσει τις σκέψεις της, να προετοιμαστεί περισσότερο, και κύριως να σκεφτεί τι ακριβως θα πει στους γονείς της. Πως θα τους αντικρύσει μετα από ολα αυτά που είχαν έρθει στην επιφάνεια, πως θα τους πει ότι ξέρει τα πάντα!

Υπήρχε και κάτι άλλο που την τρόμαζε στην πραγματικότητα! Ήταν η συνάντηση του πατέρα της με τον Θωμά. Άσχετα αν εκείνος και “οι αγριάδες” του δεν είχαν καμιά επιρροή πλέον πάνω της, ανησυχούσε για το πως θα φερόταν στον αγαπημένο της. Ο Θωμάς ήταν ένα ήρεμο και χαμηλών τόνων πλάσμα, δεν χρώσταγε σε τίποτα να πληρώσει τα σπασμένα της δικής της οικογένειας. Γιαυτό το λόγο είχε ενδοιασμούς για το αν θα έπρεπε να κάνουν μαζί αυτό το ταξίδι αλλά ο Θωμάς ήταν ανένδοτος.

-Δεν με τρομάζει τοσο εύκολα ο πατέρας σου μωρό μου, της είχε πει, έχω αντιμετωπίσει χειρότερους πίστεψέ με.

Η αλήθεια είναι οτι φοβόταν να κάνει αυτό το ταξίδι μόνη της κι έτσι δεν δυσκολεύτηκε να την πείσει. Φοβόταν να γυρίσει στο χωριό της μετά από τοσα χρόνια, φοβόταν να βρεθεί στα μέρη που έζησε κυρίως, αν όχι μόνο, άσχημες στιγμές. Τρόμαξε οταν για άλλη μια φορα συνειδητοποίησε πως δεν είχε τίποτα καλό να θυμάται από τα παιδικά και τα εφηβικά της χρόνια. Οι όμορφες στιγμές στη ζωή της ξεκινάνε από το σπίτι της Αγγέλας. Ήταν το πρώτο μέρος στο οποίο ειχε νιώσει ασφάλεια και αγάπη, γιαυτο το λόγο είχαν συμφωνήσει με τον αγαπημένο της, την τελευταία μέρα του ταξιδιού τους να περάσουν να τους δουν και να τους μιλήσουν για την υποθεση της Μυρτώς.

Το νεαρό ζευγάρι, αφού άφησε τα πράγματά του στο ξενοδοχείο, περπάτησε για λίγο στο λιμάνι της Καβάλας και κάθισαν σε ένα όμορφο εστιατόριο με υπέροχη θέα,να γευματίσουν, προτού επιστρέψουν να ξεκουραστούν. Η Μαργαρίτα ήταν σιωπηλή κι εκείνος της έπιασε το χέρι:

-Τι σκέφτεσαι όμορφη; της είπε και διέκοψε τους συλλογισμούς της!

-Σκέφτομαι πως στην πραγματικότητα δεν θέλω να ξημερώσει η αυριανή μέρα. Τι θα τους πω Θωμά; Πως θα αντέξω να ακούσω όλα όσα θα πουν; Γιατί ξέρω καλά, είμαι σίγουρη δηλαδή,πως θα με εκνευρίσουν αφάνταστα! Θα με βγάλουν έξω από τα ρούχα μου… Δεν θέλω καθόλου να τους δω. Μετάνιωσα, θα μείνουμε εδώ και αύριο θα επιστρέψουμε στη Θεσσαλονίκη να δούμε την Αγγέλα και το Γιώργο. Φοβάμαι, δεν μπορώ να βάλω τον εαυτό μου σ’αυτη τη διαδικασία Θωμά! Δεν το αντέχω!

-Ησύχασε Μαργαριτούλα. Φτάσαμε ως εδώ! Δεν θα κάνουμε τώρα πίσω!!!! σε καμιά περίπτωση!!! Θα πάμε μαζί, θα βγάλεις από μεσα σου όσα νιωθεις, και θα γυρίσουμε στο σπίτι μας. Σκέψου ότι κι εκείνοι μετά από τόσα χρόνια ίσως έχουν μαλακώσει μωρε. Ίσως τους έλειψες και έχουν μετανιώσει για όλα αυτά.

-Και τότε γιατί τόσο καιρό που ξέρουν που είμαι, δεν έρχονται να με βρουν να μιλήσουμε; Πέρα από τα τυπικά δεν επεδίωξαν καμιά επικοινωνία.Καμία.

-Μήπως νιώθουν τύψεις κι ενοχές και δεν μπορούν να σε αντικρύσουν; Μπορεί τώρα που θα τους πεις ότι τα ξέρεις όλα, να αλλάξουν τα πράγματα. Δώσε μωρέ μια ευκαιρία…. Γονείς σου είναι. Ξέρω πως νιώθεις…. αλλά δώσε μια τελευταία ευκαιρία…

-Έχεις δίκιο…αφού φτάσαμε ως εδω… ας το κάνουμε… !!!

    capoliveri-821480_640Την επόμενη μέρα το πρωί, σηκώθηκαν αρκετά νωρίς, πήραν το πρωινό τους και ξεκίνησαν για το χωριό. Το Κρυονέρι ήταν ένας πολύ μικρός οικισμός, κοντά στην Καβάλα, που αποτελούταν από εικοσιπέντε σπίτια, όλα κι όλα. Ούτε ένα δεν είχε χτιστεί από την εποχή που η Μαργαρίτα ήταν ένα μικρό κοριτσάκι, ούτε ένα δεν είχε γκρεμιστεί.Γενικά τίποτα δεν είχε αλλάξει. Η μικρή πλατεία του χωριού με τον μεγάλο πλάτανο στη μέση, ο φούρνος, το ένα και μοναδικό καφενείο του κυρ Βασίλη, και η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου ήταν ακριβώς όπως τα είχε αφήσει. Το δικό της σπίτι ήταν ένα από τα πιο απόμακρα στο χωριό, και τριγύρω δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα εκτός από το σπίτι που έμενε παλιά ο Χρήστος με την Ευθαλία, το οποίο ήταν πια εγκαταλελειμένο μετά από την φυγή τους.

garden-825741_640    Σταμάτησαν το αυτοκίνητο έξω από την μεγάλη αυλόπορτα και η Μαργαρίτα ένιωσε τα συναισθήματα να κατακλύζουν την ψυχή της. Βγήκε  και στάθηκε λίγο μπροστά απο το σπίτι της. Η μεγάλη αυλή, ο κήπος, το κοτέτσι, ήταν όλα όπως τα θυμόταν μόνο που πλέον δεν ήταν καθόλου περιποιημένα. Φαίνεται οτι η μητέρα της δεν είχε πια το κουράγιο και τις αντοχές να ασχοληθεί. Η αρρώστιά της είχε πια αρχίσει να κάνει αισθητή την παρουσία της και να την καταβάλλει. Άνοιξε την μεγάλη αυλόπορτα και προχώρησε στην αυλή του σπιτιού. Ο Θωμάς έμεινε λίγο πίσω να της δώσει το χώρο να επεξεργαστεί όλα όσα ένιωθε, αλλά εκείνη του έκανε νόημα να πάει δίπλα της. Μόλις έφτασε έξω από την εξώπορτα, στάθηκε για λίγο στο κατώφλι και πήρε μια βαθιά ανάσα. Γύρισε το κλειδί που όπως πάντα βρισκόταν στην κλειδαριά, και άνοιξε δειλά την πόρτα.

    -Μαμά; φώναξε. Μπαμπά; Είναι κανένας εδώ;

    Καθώς δεν έλαβε απάντηση, έπιασε το χέρι του Θωμά και προχώρησε αργά αργά προς το καθιστικό. Η μητέρα της καθόταν μπροστά στο τζάκι και σκάλιζε τις στάχτες.

    -Μαμά; ξαναείπε!

    Η γυναίκα σήκωσε το κεφάλι της σαστισμένο και για λίγα δευτερόλεπτα δεν έδειξε να αναγνωρίζει την μοναχοκόρη της. Ξαφνικά, είχε μια διαύγεια κι ένα χαμόγελο φώτισε το γερασμένο και ταλαιπωρημένο προσωπό της.

    -Μαργαριτούλα; εσύ εισαι;

    Η Μαργαρίτα ένιωσε ένα ρίγος να διαπερνάει το κορμί της. Για πρώτη φορά η μητέρα της, της μιλούσε έτσι. Στην πραγματικότητα, πίστευε πως δεν θα την αναγνώριζε και αυτή η έκρηξη τρυφερότητας, ξύπνησε μέσα της έναν κυκεώνα αναμνήσεων και συναισθημάτων. Για λίγο προσπαθούσε να καταλάβει τι συνέβαινε. Άραγε ήταν η ασθένεια που μιλούσε, ή μήπως η μητέρα της όντως την είχε επιθυμήσει τόσο πολύ; Η ηλίκιωμένη γυναικα πλησίασε δίπλα της και την έκλεισε στην αγκαλιά της, ενώ εκείνη στεκόταν σαν στήλη άλατος μην ξέροντας πως να αντιδράσει.

    -Μαρία ; Ποιος είναι; ακούστηκε από μέσα η άγρια και ψυχρή φωνή του πατέρα της! Όποιος είναι να φύγει! Δεν έχω διάθεση για επισκέψεις!

    -Η Μαργαρίτα μας είναι Βαγγέλη! Είπε η μάνα δακρυσμένη αφού άφησε την κόρη της από την αγκαλιά της. Το κορίτσι μας είναι εδώ!

Ο πατέρας μπήκε στο δωμάτιο ξαφνιασμένος, αλλά η όψη του δεν άλλαξε μόλις είδε την κόρη του.

    -Μπα… μας θυμήθηκες; της είπε απλά με μια φωνή γεμάτη ειρωνία…

    -Κι εγώ χαίρομαι που σε βλέπω μπαμπά, απάντησε πικραμένη η Μαργαρίτα που μετά την αντίδραση της μάνας της, μάλλον ήλπιζε σε μια παρόμοια από την πλευρά του Βαγγέλη.

    -Ποιον μας κουβάλησες μαζί; συνέχισε στον ίδιο τόνο εκείνος.

    Ο Θωμάς, παρά τον εκνευρισμό του για τη συμπεριφορά του ηλικιωμένου απέναντι στην αγαπημένη του , ήταν αποφασισμένος να δείξει τον δέοντα σεβασμό, για να μην την εκθέσει και τη φέρει σε δυσκολη θέση.

    -Καλησπέρα κύριε, είπε κάνοντας μερικά βήματα μπροστά και τείνοντας το χέρι του για μια χειραψία, λέγομαι Θωμάς Κυριακόπουλος, και είμαι φίλος της κόρης σας.

hand-588982_640    Ο Βαγγέλης ήταν ένας ψηλός γεροδεμένος άντρας σε αντίθεση με την μετρίου αναστήματος γυναίκα του. Αν και ήταν μόνο 65 ετών, η σκληρή δουλειά τον έκαναν να φαίνεται αρκετά μεγαλύτερος. Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια, στερημένος από αγάπη, και γιαυτό δεν έμαθε ποτέ να την δείχνει ούτε στη γυναίκα του αλλά ούτε και στην κόρη του παρόλο που τις αγαπούσε πολύ και τις δυο πολυ. Ο βιασμός και η εγκυμοσύνη της Μαργαρίτας, τον έκαναν να νιώθει ότι είχε αποτύχει να προστέψει την κόρη του, ενώ η φυγή της τον τσάκισε. Αν και μέσα του της έδινε ελαφρυντικά, μετά απο τη συμπεριφορά του ιδίου και της μητέρα της, ο εγωισμός του δεν του επέτρεπε να παραδεχτεί και να αναγνωρίσει πως η Μαργαρίτα είχε όλο το δίκιο με το μέρος της, αποκαλώντας την κάθε τρεις και λίγο “αχάριστη”, και “άσωτη κόρη”.

    -Καλά καλά… απάντησε εκείνος αδιάφορος και έπεσε βαρύς σε μια ξεσκισμένη παλιά πολυθρόνα που βρισκόταν απέναντι από το τζάκι. Πως από τα μέρη μας λοιπόν;

    -Ήρθα να σας δω! Βασικά έμαθα πως η μητέρα δεν είναι καλά και ήρθα να σας δω!

    -Μια χαρά είναι η μητέρα σου, απάντησε εκείνος αδιάφορα χωρίς να της ρίξει ούτε ματιά!

    -Ναι την βλέπω, τον ειρωνεύτηκε η κόρη του, και κοίταξε πως την πλευρά της μητέρας της που είχε ήδη πάει στη κουζίνα να τους φέρει κάτι να τους φιλέψει. Γιαυτό έχει μείνει μισή, γιαυτό δεν με αναγνώρισε, και γιαυτό σκάλιζε τις στάχτες μπροστά στο σβηστό τζάκι! Σε κανέναν γιατρό την πήγες;

    -Σ’επιασε ο πόνος για τη μάνα σου ξαφνικά βλέπω! Και δεν μου λες…. για να χουμε καλό “ρώτημα” ποιός σου είπε εσένα οτι ειναι άρρωστη;;;

Η Μαργαρίτα σκέφτηκε για λίγα δευτερόλεπτα την απάντηση που θα έδινε , και τελικά αποφάσισε να τον χτυπήσει μετωπικά. Αρχικά σκεφτόταν να το φέρει ήρεμα , και διπλωματικά μήπως αποφύγει τους καυγάδες και γίνει μια συζήτηση εφ’ ολης της ύλης – όχι βέβαια οτι το πίστεψε ποτέ αυτό στην πραγματικότητα-αλλά μετά την συμπεριφορά του αποφάσισε να το χειριστεί αλλιώς.

-Η Ευθαλία….

-Ποιά Ευθαλία; απόρησε ο πατέρας της.
    -Η Ευθαλία ντε!! Δεν την θυμάσαι;;;; Η γυναίκα του Χρήστου που αφού με βίασε, τον ξυλοκόπησες, τον κυνήγησες και του έδωσες και το παιδι μου το οποίο εγώ θεωρούσα νεκρό τόσα χρόνια!!!!

Τα λόγια της Μαργαρίτας έπεσαν ως κεραυνός εν αιθρία στο σπίτι….Ο Βαγγέλης έμεινε με το στόμα ανοιχτό, το πρόσωπό του χλώμιασε και τα μάτια του είχαν γεμίσει πανικό. Η Μαρία, η οποία μόλις είχε μπει στο καθιστικό, κρατώντας έναν δίσκο με πιατελάκια, γεμάτα γλυκό του κουταλιού, έμεινε στήλη άλατος.

sad-505857_640-Ψέμματα!!! Απάντησε τελικά ο πατέρας φωνάζοντας!!!! Ποιος στα ειπε όλα αυτά τα ψέμματα;;;;;Συκοφαντίες!!!! Μας εγκατέλειψες , έκλεψες την Αγγέλα και τον Γιώργο και μας ντρόπιασες, μας ξεφτίλισες, και μετά ξενιτεύτηκες για να γίνεις μεγαλοδικηγόρος, και τώρα μας φέρνεις τον παλικαρά σου στο σπίτι για να μας κάνεις κήρυγμα;;;

Η Μαργαρίτα ένιωσε το αίμα να της ανεβαίνει στο κεφάλι, ήξερε όμως πως όσο πιο ήρεμη ήταν τόσο περισσότερο τον εκνεύριζε οπότε αποφάσισε να προσπαθήσει τουλάχιστον να διατηρήσει την ψυχραιμία της.

-Την Αγγέλα και το Γιώργο δεν τους έκλεψα, έτσι σας είπαν για να με βοηθήσουν να εξαφανιστώ. Ήταν οι μόνοι που με αγάπησαν πραγματικά και μου φέρθηκαν σαν να ήμουν δικό τους παιδί. Μου έδωσαν όλα όσα εσεις οι δυό αρνηθήκατε. Εκείνοι με βοήθησαν και πήρα την υποτροφία κι έφυγα για το εξωτερικό. Σ’εκεινους χρωστάω τα πάντα. Εκείνοι ήταν οι μόνοι γονεις για μένα, εσείς απλά μου καταστρέψατε τη ζωή.

Ο Βαγγέλης ένιωσε να βράζει και το αίμα του να του ανεβαίνει στο κεφάλι. Το προσωπό του είχε γίνει κατακόκκινο από τα νεύρα του και αστραπιαία βρέθηκε κοντά στην Μαργαρίτα και την άρπαξε από το λαιμό.

[poll id=”4″]

Πηγή Φωτογραφιών PixaBay

Print Friendly, PDF & Email