MyDreamland

Ότι ονειρευόμαστε … είμαστε!

Online Story-Επεισόδιο 4

Aaron Burden

Η Μυρτώ σήκωσε το κεφάλι της από το βιβλίο του «Ποινικού δικαίου» που μελετούσε, και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει, τα σύννεφα είχαν πυκνώσει, ενώ μερικές σταγόνες βροχής πάνω στο τζάμι προμήνυαν ότι πλησιάζει η καταιγίδα. Ο αγέρας είχε βάλει στόχο του να τσακίσει τα ψηλά δέντρα που ήταν σε σειρά στο πεζοδρόμιο, και τα λύγιζε με μανία, αλλά εκείνα του αντιστέκονταν σθεναρά. Μερικοί περαστικοί επιτάχυναν το βήμα τους προκειμένου να φτάσουν στα σπίτια τους, προτού ξεσπάσει η βροχή, ένας κύριος που προφανώς επέστρεφε από τη δουλειά του, έβαλε το χαρτοφύλακα στο κεφάλι να προφυλαχθεί, ενώ μια μητέρα, παράμερα, άνοιξε την ομπρέλα της για να προστατεύσει το κοριτσάκι που περπατούσε βιαστικά δίπλα της, από τις σταγόνες τις βροχής που ήδη είχαν αρχίσει να δυναμώνουν.
Κοίταξε το ρολόι στην οθόνη του κινητού της και διαπίστωσε ότι ήδη διάβαζε 4 συνεχόμενες ώρες, επομένως ήταν ώρα για ένα διάλειμμα. Στην πραγματικότητα το ποιοτικό διάβασμα που έκανε σε αυτό το χρονικό διάστημα, ήταν σαφώς πολύ λιγότερο, καθώς το μυαλό της δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί και να κατανοήσει τις διατάξεις και τα άρθρα του ποινικού κώδικα. Σε 3 μέρες η εξεταστική ξεκινούσε, κι εκείνη δεν είχε καταφέρει να βγάλει ούτε το ένα τρίτο της ύλης.
Ο χρόνος της ήταν περιορισμένος καθότι έπρεπε να μοιράσει την μέρα της ανάμεσα στη μελέτη και στη δουλειά, και το εικοσιτετράωρο της μέρας, της φαινόταν υπερβολικά μικρό. Άνοιξε το ψυγείο και έβγαλε υλικά να φτιάξει ένα σάντουιτς να ξεγελάσει την πείνα της μιας το να μαγειρέψει ένα κανονικό φαγητό, αποτελούσε για εκείνη μια πολυτέλεια χρόνου που δεν διέθετε, ειδικά την περίοδο της εξεταστικής.
Καθώς το σάντουιτς ψηνόταν, άνοιξε την ντουλάπα της και προσπάθησε να αποφασίσει τι θα φορέσει. Επέλεξε το κλασσικό αγαπημένο της τζην, ένα ροζ πουλοβεράκι και τα άνετα αθλητικά της παπούτσια, προκειμένου να μπορεί να είναι πιο ξεκούραστη στη δουλειά. Έφαγε βιαστικά ,μπήκε στο μπάνιο για ένα γρήγορο ντους, και έπειτα ξάπλωσε ώστε να ξεκουραστεί προτού φύγει για το βιβλιοπωλείο που εργαζόταν.
Το μικρό βιβλιοπωλείο, βρισκόταν σε ένα στενάκι κοντά στην πλατεία Αριστοτέλους, στην ομορφότερη πλατεία της Θεσσαλονίκης και ευτυχώς η απόσταση από το σπίτι3229575900_be78dfc433_z της με το λεωφορείο ήταν μόλις είκοσι λεπτά. Ο κύριος – Λεωνίδας, ο ιδιοκτήτης, είχε το βιβλιοπωλείο στην κατοχή του, τουλάχιστον 50 χρόνια, κληρονομιά από τον πατέρα του. Είχε διατηρήσει το παλιό στυλ, ενώ τα βιβλία που πουλούσε, ήταν σχολαστικά επιλεγμένα,από συγκεκριμένους εκδοτικούς οίκους. Μάλιστα, εκτός του ότι το βιβλιοπωλείο πουλούσε και μεταχειρισμένα βιβλία είχε και πολλά σπάνια που η Μυρτώ δεν χόρταινε να ξεφυλλίζει και να μυρίζει τα φύλλα τους, που κιτρινισμένα από το άγγιγμα του χρόνου, έβγαζαν αύτη την τόσο χαρακτηριστική μυρωδιά του παλιού χαρτιού.
Η Μυρτώ γνώρισε το αφεντικό της σχεδόν ένα χρόνο πριν, όταν έφτασε στη Θεσσαλονίκη. Τον πρώτο καιρό, έμεινε σε ένα ξενοδοχείο, προκειμένου να ψάξει δουλειά και στη συνέχεια σπίτι, παρακαλώντας τον Θεό να βρει κάτι γρήγορα προτού της τελειώσουν τα λιγοστά χρήματα, που είχε καταφέρει να βάλει στην άκρη. Αν και η οικονομική κρίση και η μάστιγα της ανεργίας είχαν ήδη χτυπήσει τη χώρα, στάθηκε τυχερή. Σε έναν περίπατό της στην υπέροχη πόλη, ανακάλυψε το βιβλιοπωλείο του κύριου Λεωνίδα, μπήκε μέσα και άρχισε να επεξεργάζεται όλα εκείνα τα σπάνια βιβλία που απλώνονταν μπροστά της. Στο μαγαζί εκείνη τη στιγμή, βρισκόταν η κυρία Νεφέλη, η γυναίκα του, η οποία εντυπωσιάστηκε από την αγάπη και την τρυφερότητα με την οποία η νεαρή φοιτήτρια ξεφύλλιζε τους παλιούς τόμους και με το πόσο σχολαστικά έψαχνε το κάθε τι. Εδώ και καιρό, εκείνη και ο κύριος Λεωνίδας, έψαχναν κάποιον να τους βοηθάει αλλά δεν ήθελαν να δώσουν σε οποιονδήποτε το πόστο αυτό. Ήθελαν κάποιον να αγαπάει το διάβασμα, τα βιβλία, να είναι ενημερωμένος και να κάνει τη δουλειά αυτή με την ψυχή του κι όχι απλά για το μεροκάματο, και όσους φοιτητές συνάντησαν για τη δουλειά αυτή, τους απέρριψαν χωρίς δεύτερη σκέψη. Χωρίς να την ξέρει καν, η κυρία Νεφέλη, αισθάνθηκε αμέσως ότι η Μυρτώ ήταν η κατάλληλη για την θέση. Εκείνη και ο σύζυγός της είχαν πια μεγαλώσει, και δεν είχαν πολλές αντοχές για να κάθονται με τις ώρες στο μαγαζί, τα παιδιά τους είχαν τις δικές τους οικογένειες και δουλειές, και δεν ήθελαν να το κλείσουν. Ήταν αποφασισμένοι να το κρατήσουν ανοιχτό όσο περισσότερο μπορούσαν, αλλά ένα χέρι βοήθειας, τους ήταν πλέον απαραίτητο.
-Καλησπέρα κορίτσι μου… είπε πλησιάζοντας την Μυρτώ… χρειάζεσαι κάποια βοήθεια;
-Καλησπέρα σας… απάντησε ντροπαλά εκείνη. Όχι απλώς τα κοιτάζω. Λατρεύω τα παλιά βιβλία και μου έκαναν εντύπωση τα σπάνια κομμάτια που έχετε.
Η Νεφέλη επεξεργάστηκε τη νεαρή κοπέλα από την κορφή ως τα νύχια. Ήταν μέτριου αναστήματος, με ίσια καστανά μαλλιά κομμένα σε αφέλειες και μεγάλα γκριζοπράσινα μάτια. Πρέπει να ήταν γύρω στα είκοσι άρα, λογικά, επρόκειτο για φοιτήτρια. Η ηλικιωμένη γυναίκα, στα τόσα χρόνια που συναναστρεφόταν με ανθρώπους όλων των ηλικιών, είχε καταφέρει ενστικτωδώς να διακρίνει διάφορα χαρακτηριστικά στα μάτια και στο πρόσωπό τους. Εκείνο που διάκρινε από την πρώτη στιγμή στη Μυρτώ, ήταν ότι το ήρεμο βλέμμα της κοπέλας έκρυβε μια θλίψη… ήταν πληγωμένη και κρατούσε μια αμυντική στάση κατά τα πρώτα λεπτά της συνομιλίας τους.
Αφού έγιναν οι συστάσεις, η Μυρτώ σχεδόν αμέσως ένιωσε αρκετά οικεία μαζί της. Της είπε ότι μόλις είχε έρθει στη Θεσσαλονίκη, ότι ήταν φοιτήτρια της Νομικής αλλά και ότι αναζητούσε δουλειά και σπίτι. Το πρόσωπο της κυρίας Νεφέλης φωτίστηκε ευθύς. Της είπε αμέσως για τη θέση του υπαλλήλου που έψαχναν με τον άντρα της, της είπε για το μισθό που πραγματικά ήταν δελεαστικότατος για την εποχή και μάλιστα της είπε ότι είχαν οι ίδιοι μια μικρή γκαρσονιέρα κοντά στο πανεπιστήμιο, όπου θα μπορούσε να μείνει δωρεάν μιας και τόσο καιρό την είχαν κλειστή και δεν είχαν μπει ποτέ στην διαδικασία να την νοικιάσουν. Η Μυρτώ ενθουσιασμένη δέχτηκε τη δουλειά αλλά σε καμιά περίπτωση δεν δέχτηκε να μείνει χωρίς να πληρώνει ένα αντίτιμο έτσι έκαναν μια συμφωνία. Θα της έδινε λίγους μήνες περιθώριο να μαζέψει κάποια χρήματα και να ορθοποδήσει και έπειτα θα της κρατούσαν από το μισθό ένα ποσό για το ενοίκιο.
Αφού λοιπόν πήραν και την έγκριση από τον κύριο Λεωνίδα, η Μυρτώ μετακόμισε στην μικρή επιπλωμένη γκαρσονιέρα, και ευχαριστώντας το Θεό για την τύχη της, ξεκίνησε την καινούρια της ζωή. Ήταν αποφασισμένη να παρακολουθεί τα μαθήματα στη Θεσσαλονίκη, και δύο και τρείς φορές το χρόνο να κατεβαίνει στην Αθήνα για να δίνει εξετάσεις. Ευτυχώς τα αφεντικά της είχαν συμφωνήσει να της δίνουν λίγες μέρες άδεια το χρόνο για το σκοπό αυτό, καθώς ήταν λάτρεις της μόρφωσης και της γνώσης και έσπρωχναν την Μυρτώ να διαβάσει και να τελειώσει τις σπουδές της γρήγορα και με καλούς βαθμούς. Εκείνο που επίσης η κοπέλα εκτίμησε απεριόριστα ήταν ότι τα αφεντικά της αρκέστηκαν στις πληροφορίες που εκείνη είχε τους είχε δώσει και δεν έκαναν πολλές ερωτήσεις.
543067160_688e299f21_zΤο ηλικιωμένο ζευγάρι αγάπησε πολύ τη Μυρτώ και ήταν χαρούμενο που της έδωσε την δουλειά για πολλούς λόγους. Καταρχήν το κορίτσι διακρινόταν για το ήθος και τις αρχές του. Αφετέρου δεν αρκούνταν μόνο στις τυπικές δουλειές μιας υπαλλήλου βιβλιοπωλείου αλλά έκανε πολλά περισσότερα. Βοήθησε την κυρία Νεφέλη να ταξινομήσουν όλα τα βιβλία για να μην βρίσκονται σκόρπια πάνω στους πάγκους, καθώς εκείνη δεν είχε πια τις αντοχές να ασχοληθεί, ενώ όταν κατάφερε να αγοράσει έναν φορητό υπολογιστή που ήταν απαραίτητος για τις σπουδές της, κάθισε και ξεκίνησε να καταγράφει όλα τα βιβλία, κρατώντας ένα αρχείο.
Έκανε αναζητήσεις στο διαδίκτυο και ενημερωνόταν για τα τεκταινόμενα που αφορούσαν τα βιβλία, τις εκδόσεις, τους συγγραφείς, αλλά και τα σπάνια κομμάτια που υπήρχαν. Αφού κατάφεραν να καθαρίσουν λίγο το χώρο τους έπεισε να ξεκινήσουν παρουσιάσεις, διαλέξεις, αλλά και σεμινάρια από σημαίνοντα άτομα του χώρου. Το βιβλιοπωλείο απέκτησε ζωή. Με τις συναναστροφές της στο Πανεπιστήμιο η Μυρτώ έφερε νέο κόσμο που δεν είχε ιδέα για την ύπαρξή του. Οι ιδιοκτήτες του βιβλιοπωλείου ένιωσαν να ξανανιώνουν. Πάντα θαύμαζαν τη νεολαία, και κυρίως τους νέους που είχαν δίψα για μάθηση και μόρφωση και επιδίωκαν πάντα να διευρύνουν τους ορίζοντές τους.
Η Μυρτώ άνοιξε το βιβλιοπωλείο και ξεκίνησε να τακτοποιεί τις καθημερινές τακτικές εκκρεμότητες. Έλεγξε στο αρχείο τους να δει αν πρέπει να κάνουν κάποιες παραγγελίες, τακτοποίησε στα ράφια μερικές καινούριες παραλαβές και κάθισε στο μικρό γραφειάκι προκειμένου να συνεχίσει τη μελέτη της μέχρι να μπει κάποιος πελάτης. Άνοιξε τον τεράστιο τόμο αλλά και πάλι, για ένα περίεργο λόγο της ήταν πολύ δύσκολο να συγκεντρωθεί. Τα γράμματα χόρευαν μπροστά της και δεν μπορούσε να καταλάβει τίποτα από όλα όσα διάβαζε. Ξαφνικά, ένιωσε ένα σφίξιμο στη καρδιά, κι ένα κόμπο στο στομάχι σαν κακό προαίσθημα, σαν κάτι επρόκειτο να της συμβεί. Αυτό την τάραξε περισσότερο διότι ακριβώς το ίδιο είχε νιώσει λίγο πριν το θάνατο του πατέρα της αλλά και πριν τον μεγάλο καυγά με τον Φίλιππο που έμελλε να κάνει άνω κάτω τη ζωή της. Για άλλη μια φορά ήρθε στο νου της το σκηνικό του καυγά.
Η Μυρτώ μόλις είχε γυρίσει στο σπίτι από το μάθημα και βρήκε τον Φίλιππο σε έξαλλη κατάσταση χωρίς να ξέρει γιατί.
-Που είσαι εσύ; Της έβαλε τις φωνές αμέσως μόλις την είδε.
-Στο μάθημα μου! Γιατί; Έγινε κάτι;
-Πάλι άλλαξαν τα δρομολόγιά μου, και γύρισα σπίτι, και δεν βρήκα κανέναν και δεν υπάρχει και τίποτα να φάω.
Η Μυρτώ κατάλαβε πως ο Φίλιππος είχε πάλι τα νεύρα του και ως συνήθως χωρίς λόγο, και ήξερε πως όταν συνέβαινε αυτό , καλύτερα να μην τον εκνεύριζε περισσότερο έτσι προσπάθησε να τον ηρεμήσει.
-Η μαμά δουλεύει και τα αγόρια έχουν κι αυτά μάθημα. Θέλεις να σου φτιάξω κάτι να φας; Έχουμε αυγά να σου τηγανίσω και θα σου κόψω και μια σαλάτα. Δεν προλάβαμε να πάμε στο σούπερ μάρκετ!
-Συγνώμη….Με αυγά και σαλάτα θα τη βγάλω για μεσημεριανό;
-Οκ… θέλεις να σου παραγγείλω κάτι;
-Ναι γιατί μας περισσεύουν τα λεφτά να τα σπαταλάμε σε σουβλάκια και πίτσες.
Η Μυρτώ άρχισε να χάνει την ψυχραιμία της παρ’ όλα αυτά κατάφερε να παραμείνει ήρεμη και να του απαντήσει:
-Φίλιππε αυτή τη στιγμή τα σουπερμάρκετ είναι κλειστά. Αυτές τις επιλογές έχουμε… θέλεις κάτι από αυτά;
-Θέλω να γυρίζω στο σπίτι μου και να βρίσκω κάτι να φάω! Ζητάω πολλά; Συνέχισε εκείνος τις φωνές, ενώ πραγματικά γνώριζε ότι κακώς τα έβαζε με τη μικρή αλλά δεν μπορούσε να το ελέγξει. Από μικρός ήταν πάντα απότομος κι επιθετικός απέναντί της, χωρίς εκείνη να φταίει σε κάτι, και παρόλο που η ίδια είχε προσπαθήσει πολλές φορές να τον πλησιάσει! Εκείνη τη μέρα όμως, για κάποιο λόγο που δεν καταλάβαινε ούτε ο ίδιος ήταν ακόμα πιο οργισμένος μαζί της, ήθελε απλά να την πληγώσει, ήθελε να πάρει εκδίκηση για όλα όσα είχε τραβήξει ο ίδιος από τον πατέρα του αλλά και γιατί εκείνος στερήθηκε την αγάπη και την στοργή που έλαβε η Μυρτώ από εκείνον.10623154264_845d217c58_z
Η Μυρτώ έχασε πια την ψυχραιμία της και ένιωσε το αίμα να της ανεβαίνει στο κεφάλι:
-Συγνώμη… σου μοιάζουμε για υπηρέτες σου;;; Ότι θέση έχουμε εμείς σε αυτό το σπίτι έχεις κι εσύ! Σου πρότεινα να σου μαγειρέψω σου πρότεινα να σου παραγγείλω, ε δεν θα την πληρώσω κιόλας επειδή γύρισες στο σπίτι με νεύρα!!!!
-Εγώ κυρία μου δουλεύω για να φέρω λεφτά για να μπορείς να πας στο σούπερ μάρκετ και να φας. Δεν τριγυρίζω όλη τη μέρα.
-Φίλιππε… είσαι με τα καλά σου σήμερα; Τι έχεις πάθει παιδάκι μου; Απάντησε η Μυρτώ με μια ανησυχία πια στη φωνή της. Που γύριζα; Στη σχολή ήμουν, είχα μάθημα, σπουδάζω το θυμάσαι;
– Βαρέθηκα να μην με υπολογίζει κανείς! Αυτό έχω πάθει!!! Λείπω όλη μέρα , δουλεύω όλη μέρα και εσύ τρως τα λεφτά στους καφέδες, λες και δεν ξέρουμε πως είναι τα Ελληνικά Πανεπιστήμια!!!
-Ε δεν είσαι με τα καλά σου, εκνευρίστηκε για τα καλά πλέον η κοπέλα και έκανε να φύγει για το δωμάτιό της για να μην του πει κουβέντες που δεν ήθελε! Δεν πρόλαβε όμως γιατί ο Φίλιππος για πρώτη φορά την άρπαξε από το χέρι και δεν την άφησε να προχωρήσει!
-Όταν σου μιλάω εγώ δεν θα με αγνοείς και θα φεύγεις!!!σφύριξε μέσα από τα δόντια του καθώς την κρατούσε σφιχτά.
-Τι θες να σου πω παιδί μου; Άσε με, με πονάς!!! Τι θες τι σου έχω κάνει;….. Και δεν μου λες! Πότε απέκτησες κιόλας άποψη για τα Ελληνικά Πανεπιστήμια; Ούτε απ’ έξω δεν έχεις περάσει! Άσε με ήσυχη !!!! Έχω διάβασμα, δεν γίνεται να ασχολούμαι μαζί σου!!! Δεν χαλάω τα δικά σου λεφτά! Μην ανησυχείς! Η μαμά μου δίνει! Οκ? Ηρέμησες τώρα;
Ο Φίλιππος αφήνιασε, ξαφνικά δεν μπορούσε να ελέγξει τον εαυτό του, ήταν σαν να τον τσίμπησε μια εκδικητική σφίγγα που παραμόνευε όλα αυτά τα χρόνια και άρχισε να ουρλιάζει. Με μια δυνατή κίνηση έριξε την Μυρτώ στο καναπέ και στάθηκε από πάνω της.
-Ποια μαμά; Η μαμα ΜΟΥ! Διοτί εσυ μικρή μου …. πριγκίπισσα δεν είσαι πραγματική μας αδερφή …. Είσαι ένα μπάσταρδο του πατέρα μου! Νομίζω πως ήρθε η ώρα να μάθεις πια την αλήθεια!!! Η μαμά ΜΟΥ δεν είναι μαμά ΣΟΥ! Απλά σε φορτώθηκε ….
Η Μυρτώ είχε μείνει κόκαλο και δεν πίστευε όσα άκουγε…. Το μόνο που κατάφερε να ψελλίσει ήταν ένα:
-Φίλιππε… έχεις τρελαθεί; Τι λες;;;;
-Όχι φυσικά δεν έχω τρελαθεί! Η μάνα μου σε ανέλαβε προκειμένου ο αγαπημένος μας πατέρας να γλυτώσει τη φυλακή… διότι.. κάτσε να σου το κάνω πιο λιανά. Η μάνα σου δεν ήταν κάποια που αγαπούσε….ήταν ένα δεκαπεντάχρονο με το οποίο ο πατέρας μου πέρασε απλά… λίγες ώρες διασκέδασης! Όχι μόνο είσαι μπάσταρδο λοιπόν, όχι μόνο είσαι θύμα μιας εγκληματικής πράξης, όχι μόνο σε φορτωθήκαμε, αλλά ήσουν και η μόνη στην οποία εκείνος έδειξε τα μοναδικά απομεινάρια αγάπης που είχε, τη στιγμή που εμένα και τα δίδυμα μας ξυλοφόρτωνε! Και με ρωτάς τι μου έχεις κάνει;;;;; Μου πήρες το μοναδικό πράγμα που αποζητούσα από τον πατέρα μου! Την αγάπη του και την προσοχή του!!!! Αυτό μου έχεις κάνει!
Η Μυρτώ ένιωσε να την λούζει κρύος ιδρώτας και άρχισε να τρέμει ολόκληρη. Στο μυαλό της αντιλαλούσαν όλα όσα της είχε αποκαλύψει προ ολίγου ο Φίλιππος: «δεν είσαι αδερφή μας» «δεν είναι μάνα σου» «είσαι μπάσταρδο» «εγκληματική πράξη», ξανά και ξανά και ξανά. Τον κοιτούσε και στα μάτια του έβλεπε μόνο μίσος και οργή.
-Ψέματα λες! Είσαι ψεύτης!!!! Πάω να βρω τη μαμά! Άσε με!
Η πληγωμένη κοπέλα άνοιξε την πόρτα κι έφυγε τρέχοντας χωρίς να βλέπει μπροστά της. Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της πως όλα όσα της είχε πει ο Φίλλιπος ήταν φριχτά ψέματα που αποσκοπούσαν μόνο στο να της κομματιάσουν την καρδιά… και τα είχε καταφέρει. Θα πήγαινε να βρει τη μαμά της εκεί που δούλευε, εκείνη θα την καθησύχαζε και θα επέστρεφε σπίτι να συνεχίσει τη ζωή της… με τα αδέρφια της. Και δεν θα μιλούσε ποτέ ξανά στο Φίλιππο! Ποτέ!!
chilling-dawn-dusk-2304-825x550Όταν έφτασε όμως στο μαγαζί που καθάριζε η Ευθαλία, κι εκείνη την είδε σε τέτοια κατάσταση, δεν της έδωσε την απάντηση που τόσο περίμενε. Δεν κατάφερε να την καθησυχάσει, δεν προσπάθησε καν να της πει ψέματα. Η γυναίκα δεν φανταζόταν ποτέ ότι ο πρωτότοκός της θα είχε φερθεί τόσο σκληρά στη Μυρτώ, και προσπαθώντας να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της αλλά και όλα όσα άκουγε, δεν κατάφερε να ηρεμήσει τη κόρη της η οποία άρχισε να αντιλαμβάνεται πως όσα είχε μάθει ήταν αλήθεια. Έφυγε πριν προλάβει η μητέρα της να την σταματήσει, κι επέστρεψε τρέχοντας στο σπίτι. Στο μεταξύ ο Φίλιππος, είχε καταλάβει τι είχε ξεστομίσει στην αδερφή του, και ήδη οι τύψεις τον είχαν ζώσει σαν τα φίδια. Όταν άκουσε την πόρτα να χτυπάει και την Μυρτώ να μπαίνει φουριόζα, με τα μάτια κλαμένα όρμησε πάνω της κι άρχισε να της ζητάει συγνώμη μετανιωμένος. Εκείνη τον κοίταξε μ’ ένα βλέμμα ψυχρό και το μόνο που του είπε ήταν:
-…. Εγώ δεν σου έκανα ποτέ τίποτα! Με λάθος άνθρωπο τα έβαλες! Αλλά αφού το θέλεις.. φεύγω από τη ζωή σου! Σ’ αφήνω ήσυχο! Και θέλω να με αφήσεις κι εσύ! Τελειώσαμε! Δεν έχεις πια αδερφή! Δεν έχω πια οικογένεια!!! Ο Φίλιππος μάταια προσπάθησε να τη σταματήσει και να την παρακαλέσει να του δώσει άλλη μια ευκαιρία, σκεπτόμενος περισσότερο το τι θα έκανε όλο αυτό στη μητέρα του. Εκείνη κλειδώθηκε στο δωμάτιό της, γέμισε μια βαλίτσα με τα πράγματά της κι εξαφανίστηκε.
Αυτές τις εικόνες ανέσυρε η Μυρτώ, από το πίσω μέρος του μυαλού της και δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυα που γέμισαν τα μάτια της.
«Μπα σε καλό μου» σκέφτηκε σκουπίζοντας τα «Μα τι έπαθα στα καλά καθούμενα;»
Η Μυρτώ νοσταλγούσε πολύ τη μητέρα της. Την είχε ανάγκη να τη φροντίζει , να κλείνεται στην αγκαλιά της όταν δεν ένιωθε καλά, να κάθεται εκεί κουλουριασμένη νιώθοντας πως τα χέρια της είναι το μόνο μέρος στη γη που μπορούσε να αισθάνεται ασφαλής. Δεν ένιωθε όμως ακόμα έτοιμη να την συγχωρέσει και να γυρίσει πίσω στο σπίτι της. Δεν ήταν το γεγονός ότι δεν ήταν η πραγματική της μητέρα εκείνο που την πλήγωσε, αλλά το ότι όλη της η ζωή ένιωθε πως ήταν ένα ψέμα. Αν και δεν ήξερε όλες τις λεπτομέρειες, θαύμασε τον τρόπο με τον οποίο η Ευθαλία την ανέλαβε, την μεγάλωσε, την ανάθρεψε σαν να ήταν δικό της παιδί, δίνοντας της όλη της την στοργή και την αγάπη, χωρίς να την ξεχωρίζει από τα αγόρια της, παρόλο που ήξερε πως δεν ήταν δική της αλλά το αποκύημα μιας εγκληματικής πράξης του άντρα της. Πόση δύναμη και τι μεγαλείο ψυχής μπορούσε να είχε μια γυναίκα που δέχτηκε να το κάνει αυτό!!! Η Μυρτώ της το αναγνώριζε και την θαύμαζε… απλώς δεν ένιωθε ακόμα έτοιμη.
Ένας ακόμα λόγος που δεν ήθελε να επιστρέψει στο σπίτι της ήταν ότι δεν είχε δει κάπου να την αναζητούν. Παρακολουθούσε όλες εκείνες τις εκπομπές με τους αγνοούμενους της τηλεόρασης, αλλά κανείς ποτέ δεν την αναζήτησε. Αυτό την έκανε να νιώσει ακόμα περισσότερο πως τελικά ήταν βάρος και όχι μέλος της οικογένειάς που πίστευε ότι είχε και πείσμωσε περισσότερο.
Δεν ήξερε όμως ότι η Ευθαλία έψαχνε με τα δικά της μέσα, και πως είχε σκοπό να βάλει την βιολογική της μητέρα να την αναζητήσει . Φοβόταν πως αν η Μυρτώ έβλεπε στην τηλεόραση ότι την ψάχνουν θα κρυβόταν περισσότερο και δεν θα ήταν δυνατό να την βρουν. Δεν ήξερε πόσα βράδια η Ευθαλία έκλαιγε, την περίμενε και παρακαλούσε το Θεό να είναι καλά και να γυρίσει πίσω. Δεν ήξερε πως τα δίδυμα είχαν γυρίσει όλη την Αθήνα με τα μηχανάκια τους προκειμένου να την αναζητήσουν. Είχαν πάει σε όλους τους φίλους και τους συμφοιτητές της, μίλησαν μέχρι και με τους καθηγητές στο Πανεπιστήμιο. Την είχαν αναζητήσει σε όλους τους σκοτεινούς και ύποπτους δρόμους της Αθήνας, σε όλα τα νοσοκομεία ακόμα και στις εκκλησίες από την απελπισία τους να την βρουν. Δεν ήξερε πως ακόμα και ο Φίλιππος έβαλε τους συναδέλφους του που έκαναν ταξίδια στην Ελλάδα με τα φορτηγά να έχουν το νου τους. Είχε μοιράσει σε όλους τη φωτογραφία της και διαλυμένος από τις τύψεις και μετανιωμένος για όλα έψαχνε κι εκείνος… Δεν ήξερε τον μεγάλο καυγά που ξέσπασε στο σπίτι μετά τη φυγή της, και την οργή των διδύμων οι οποίοι όταν έμαθαν τι έγινε ξυλοκόπησαν τον αδερφό τους τόσο άσχημα που λίγο ακόμα και θα κατέληγε στο νοσοκομείο. Έπειτα εκείνος , ματωμένος και μέσα στους λυγμούς έπεσε στα πόδια της μάνας του και της ζητούσε να τον συγχωρέσει. Αν τα ήξερε όλα αυτά , ίσως και να επέστρεφε…
Χαμένη στις σκέψεις της δεν αντιλήφθηκε ότι κάποιος είχε μπει εκείνη την ώρα στο μαγαζί και είχε πλησιάσει το γραφείο της αθόρυβα για να μην την τρομάξει! Μόλις το αντιλήφθηκε σήκωσε ξαφνιασμένη το κεφάλι της και χαμογέλασε μόλις είδε το οικείο πρόσωπο που μόλις μπήκε στο μαγαζί. Ο Αλέξης , ο εγγονός των αφεντικών της, στεκόταν εκεί την είδε δακρυσμένη και απόρησε:
-Επ! τι έπαθες εσύ όμορφη; Ποιος σε στενοχώρησε να τον ξυλοκοπήσω;
-Τίποτα.. χάθηκα στις αναμνήσεις μου, είπε εκείνη και σηκώθηκε να τον χαιρετίσει! Ο Αλέξης καθώς έσκυβε να την αγκαλιάσει της είπε:
-Θες να το συζητήσουμε;
-Όχι τώρα απάντησε εκείνη με μια σβησμένη φωνή, που δεν σήκωνε όμως αντιρρήσεις. Μια άλλη φορά.
-Ωραία… τι θες να κάνουμε;
-Τι να κάνουμε παιδί μου, του είπε εκείνη γελώντας.. δουλεύω το ξέχασες; Και μετά πρέπει να γυρίσω σπίτι να συνεχίσω το διάβασμα. Από αύριο έχω 10 μέρες άδεια για την εξεταστική. Στάθηκα τυχερή και τα μαθήματα είναι αρκετά κοντά το ένα στο άλλο οπότε θα τελειώσω αμέσως…
-Τύχη το λες εσύ αυτό; Γιατί εγώ προσωπικά το ονομάζω ….. πανωλεθρία!
-Τύχη είναι διότι δεν θα χρειαστεί να λείψω πολλές μέρες, έτσι ούτε τους παππούδες σου θα αφήσω πολύ μόνους τους , ούτε θα χρειαστεί να ξοδέψω μια περιουσία στα ξενοδοχεία του απάντησε εκείνη γελώντας με το ύφος του.

Erwan Hesry

Η Μυρτώ και ο Αλέξης γνωρίστηκαν τα περασμένα Χριστούγεννα. Τα αφεντικά της καθώς γνώριζαν ότι είναι ολομόναχη στη Θεσσαλονίκη, την έπεισαν, σχεδόν την πήραν σηκωτή, να περάσει όλες τις γιορτινές μέρες, μαζί τους και με τις οικογένειες των δυο παιδιών. Η Μυρτώ τους συμπάθησε όλους αλλά ιδιαίτερη αδυναμία έδειξε εξ αρχής στην οικογένεια της Λένας, της κόρης της κυρίας Νεφέλης και του κύριου Λεωνίδα. Της έβγαζε μια ζεστασιά αυτή η γυναίκα, την αγκάλιασε από την αρχή σαν να ήταν μέλος της οικογένειάς τους, και ήταν η πρώτη στην οποία εξομολογήθηκε ορισμένα από όσα έκρυβε μέσα της. Ο Αλέξης ήταν ο γιος της, περίπου στην ηλικία της Μυρτώς και φοιτητής πληροφορικής στο Αριστοτέλειο, έκρυβε μια τρέλα μέσα του, κι εκείνη απολάμβανε πραγματικά την παρέα μαζί του. Είχε τον τρόπο του να την κάνει να ξεφεύγει από ΄τις σκέψεις της, να την κάνει να γελάει αλλά και να νιώθει άνετα σαν να τον γνώριζε χρόνια.
-Βρε συ Μυρτούλα, γιατί δεν πας να μείνεις στο θείο μου όπως σου είπε ο παππούς; Κρίμα ρε συ να δίνεις τόσα λεφτά στα ξενοδοχεία.
-Μην το συζητάς Αλέξη! Δεν νιώθω άνετα! Αφενός το θείο σου τον έχω δει μόνο μια φορά, δεν είναι όπως μ’ εσάς που σας βλέπω συχνά και αισθάνομαι πιο οικεία. Αφετέρου οι δικοί σου έχουν κάνει τόσα για εμένα, δεν γίνεται να εκμεταλλεύομαι κάθε τι που μου προσφέρουν.
-Τώρα μιλάς χαζά και το ξέρεις!
-Ίσως αλλά δεν μπορώ, άστο… ίσως άλλη φορά! Άσε με τώρα! Τους υποσχέθηκα ότι θα πάω στο σπίτι να μου κάνουν το τραπέζι αλλά ως εκεί!
-Εντάξει, υποχώρησε ο φίλος της. Ότι θέλεις εσύ! Λοιπόν , πετάγομαι να αγοράσω κάποια πράγματα για τον υπολογιστή, και την ώρα που κλείνεις έρχομαι να σε πάρω να πάμε μια βόλτα παραλία, να ξελαμπικάρεις λίγο, και μετά θα σε γυρίσω εγώ στο σπίτι! Σύμφωνοι; Και μην αρχίσεις τα έχω διάβασμα και τα συναφή! Μια ωρα και θα γυρισουμε ! οκ?
Η Μυρτώ αν και πήγε να φέρει αντίρρηση, το επίμονο ύφος του δεν της έδωσε πολλά περιθώρια κι έτσι συμφώνησε χαμογελαστή.
-Σύμφωνοι! Μόνο μια ώρα ! του φώναξε την ώρα που έκλεινε εκείνος την πόρτα πίσω του.
Δυο μέρες μετά, η Μυρτώ βρισκόταν στην Αθήνα να δώσει το πρώτο μάθημα της εξεταστικής της. Αν και είχε φροντίσει να αλλάξει τελείως εμφάνιση, είχε φορέσει μια περούκα και ψεύτικα γυαλιά, πάντα υπήρχε ο φόβος μήπως κάποιος την αναγνωρίσει . Όλες οι μέρες στην Αθήνα κύλησαν μονότονα αλλά γρήγορα. Το μόνο που έκανε η Μυρτώ ήταν να διαβάζει στο δωμάτιο, να βγαίνει μόνο για να φάει κάτι, και να πηγαίνει στη σχολή για να δώσει μαθήματα. Από τον φόβο της μήπως πέσει πάνω σε κάποιο γνωστό , δεν βγήκε σχεδόν καθόλου από το ξενοδοχείο ενώ απέφυγε να δει ακόμα και τις συμφοιτήτριές και φίλες της που τόσο είχε επιθυμήσει. Δεν είχε εμπιστοσύνη σε κανέναν. Κανένας δεν έπρεπε να μάθει ότι βρισκόταν στην Αθήνα.
3510951967_f895f4127dΤην μέρα που θα έδινε το τελευταίο μάθημα η Μυρτώ ανακουφισμένη που και σ’ αυτό τα είχε πάει αρκετά καλά, κατέβηκε γρήγορα τα σκαλιά του αμφιθέατρου έδωσε την κόλλα της και πάγωσε ολόκληρη όταν είδε τον καθηγητή που ανέλαβε να τσεκάρει την ταυτότητά της να την επεξεργάζεται με ένα βλέμμα γεμάτο περιέργεια. Κατάφερε να αναπνεύσει μόνο όταν εκείνος της έκανε νόημα πως όλα ήταν εντάξει και μπορούσε να φύγει. Η Μυρτώ όμως δεν είδε πως το βλέμμα του καθηγητή την ακολούθησε ώσπου άνοιξε την τεράστια πόρτα της αίθουσας και χάθηκε πίσω από αυτήν. Κάπου την ήξερε αυτή τη κοπέλα… που όμως;;; Πολλοί φοιτητές κατάφερναν να του κερδίσουν την προσοχή αλλά η συγκεκριμένη κάτι του θύμιζε… Ξανακοίταξε το όνομά της προσεκτικά και τότε κατάλαβε. Δεν ήταν η εμφάνιση που του ήταν γνωστή, αλλά το όνομα. Άνοιξε βιαστικά τον χαρτοφύλακά του και έβγαλε το μπλοκάκι με τις σημειώσεις του . Κατάφερε και βρήκε αμέσως αυτό που έψαχνε. Μυρτώ Παπαδάκη!!!!! Να το! Αν και το επίθετο ήταν πολύ συνηθισμένο, το ονομά της είχε καταφέρει να μείνει στο μυαλό του. Ξαφνικά τα θυμήθηκε όλα. Προ ημερών ήρθε και τον βρήκε στο γραφείο του η μητέρα της λέγοντας του ότι την έψαχναν και πως ήταν μεγάλη ανάγκη να την βρουν. Για ένα περίεργο λόγο την είχε συμπαθήσει πολύ εκείνη την γυναίκα που φάνηκε να έχει περάσει πολλά, και της είχε υποσχεθεί πως θα είχε το νου του και πως αν είχε κάποιο νέο θα επικοινωνούσε μαζί της. Ο καθηγητής έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα σκεφτικός προσπαθώντας να αποφασίσει αν έπρεπε να επικοινωνήσει με τη μητέρα, ή αν τελικά δεν έπρεπε να ανακατευτεί καθόλου…

 

[poll id=”2″]

Photos by Alex,Ali Edwarads ,Tinyography,Rob,Robert S. Donovan

Print Friendly, PDF & Email