MyDreamland

Ότι ονειρευόμαστε … είμαστε!

Online Story … Επεισόδιο 2

448878029_7593296b57

Η Μαργαρίτα  έσβησε το τσιγάρο της στο μικρό γυάλινο τασάκι που είχε πάνω στο γραφείο και έγειρε πίσω στην μεγάλη αναπαυτική καρέκλα κλείνοντας για λίγο τα μάτια. Πόσο ευχόταν να την έπαιρνε εκεί ο ύπνος για μέρες ολόκληρες και όταν ξυπνούσε όλα όσα ειχαν συμβεί να ήταν ένας κακός εφιάλτης. Να μην μάθαινε τιποτα από  όσα είχαν φέρει τα πάνω κάτω στη ζωή της και ειχαν ανατρέψει όλα όσα ήξερε…

Ήξερε όμως πως δεν γινόταν, έτσι αποφάσισε να επιστρέψει στα χαρτιά που είχε μπροστά της προκειμένου να ξετυλίξει το κουβάρι της υπόθεσης που της είχε ανατεθεί. Καθώς διάβαζε τα  αποκόμματα από τις εφημερίδες αλλά και όλα τα χαρτιά είχε στην κατοχή της προσπαθούσε μετά βίας να μείνει συγκεντρωμένη χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία!

Η Μαργαρίτα είχε τελειώσει Νομική, είχε όμως το δαιμόνιο μυαλό ενός Ντετέκτιβ. Αν και λάτρευε τη Νομική ως επιστήμη, η δικηγορία δεν την κέρδισε ποτέ σε αντίθεση με τη δημοσιογραφία. Βρήκε σχεδόν αμέσως δουλειά σε μια μεγάλη εφημερίδα και ασχολούταν με υποθέσεις που είχαν συγκλονίσει το πανελλήνιο όπως απαγωγές, εξαφανίσεις, δολοφονίες κι ένα σωρό άλλα ενδιαφέροντα θέματα. Μάλιστα, στην αναζήτηση της για περισσότερα στοιχεία και πληροφορίες, δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε βοηθήσει στην εξιχνίαση υποθέσεων, δίνοντας στην αστυνομία πληροφορίες που της είχαν ξεφύγει. Αν και της είχαν γίνει πολλάκις προτάσεις να αναλάβει μια τηλεοπτική εκπομπή σαν το «Φώς στο Τουνελ» ή το «Ρεπορτάζ στην Ομίχλη», εκείνη εξακολουθούσε να παραμένει πιστή στην εφημερίδα της και να αρνείται να αναλάβει κάτι τέτοιο. Εξάλλου δεν ήταν καν το στυλ της. Στη Μαργαρίτα άρεσε να γράφει, αυτός ήταν ο σκοπός της ζωής της. Το γράψιμο. Και μέσα από αυτό σκόπευε να συνεχίσει να βοηθά όπως μπορεί.

3885824225_a505ea7a33Καθώς διάβαζε τον φάκελο της υπόθεσης που της είχε παραχωρήσει η Αστυνομία, η ματιά της έπεσε πάνω σε μια μεγάλη κορνίζα που κοσμούσε το γραφείο της, η οποία απεικόνιζε  εκείνη και τον αγαπημένο της, τον Θωμά, σε ένα ρομαντικό ταξίδι σε κάποιο Ελληνικό νησί, το πρώτο καλοκαίρι της σχέσης τους. Αμέσως την έζωσαν οι τύψεις διότι ο Θωμάς, άθελά της, και χωρίς να φταίει σε τιποτα, είχε γίνει το θύμα της υπόθεσης καθώς εκείνη ξεσπούσε πάνω του τον τελευταίο καιρό. Χωρίς να το θέλει ένιωθε την αγάπη του και την υπερπροστατευτικότητά του να την πνίγουν καθώς δεν γινόταν να μάθει τίποτα από όλα είχαν συμβεί. Πίστευε πως θα άλλαζε απέναντί της, πως θα έχανε την αγάπη του, την εμπιστοσύνη του , αλλά και τον θαυμασμό που έβλεπε στο ερωτευμένο βλέμμα του , κάθε φορά που του μιλούσε. Ο Θωμάς την είχε πολύ ψηλά, της το έλεγε και της το έδειχνε σε κάθε στιγμή της κοινής πορείας τους. Και η Μαργαρίτα το απολάμβανε. Τον αγαπούσε με όλη τη δύναμη της ψυχής της, και ήταν η πρώτη φορά που είχε νιώσει ασφάλεια κοντά σε κάποιον αντρα, αλλά και που σκεφτόταν σοβαρά να περάσει την υπόλοιπη ζωή της μαζί του. Εξάλλου, ο ίδιος της είχε δώσει να καταλάβει , με υπόνοιες , πως δεν αργούσε να έρθει η στιγμή που θα της ζητούσε να γίνει γυναίκα του και ανυπομονούσε. Δεν ήταν ποτέ ρομαντική, και οι κομεντί με τις γλυκανάλατες προτάσεις γάμου την ξενέρωναν απίστευτα. Ο Θωμάς όμως είχε βρει το κουμπί της, και ήταν σίγουρη ότι θα το έκανε με τέτοιο τρόπο που θα της έμενε αξέχαστος!

Και μετά… ήρθε εκείνη η γυναίκα… και ήταν σαν με μια κόκκινη γραμμή να έβαλε τέλος στα όνειρά της για μια ήρεμη οικογενειακή ζωή, όνειρα που μόνο εκείνος είχε καταφέρει να την κάνει να τα  σκεφτεί. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα κι ένας λυγμός ανέβηκε στο λαιμό της  αλλά κατάφερε να τον καταπνίξει. Δεν έπρεπε να αφήσει τον εαυτό της να καταρρεύσει. Όχι τώρα. Δεν είχε το χρόνο, δεν είχε τις αντοχές για άλλα δάκρυα, έπρεπε να αποφασίσει τι θα κάνει από εδώ και στο εξής, πως θα δράσει και ποια θα είναι η επόμενη κίνησή της.

Δίπλα στην φωτογραφία που κοιτούσε, βρισκόταν μια ακόμα κορνίζα που έδειχνε την ίδια, την κολλητή της την Έλενα, και την Ισμήνη, την βαφτισιμιά της, σε μια εκδρομή που είχαν κάνει πριν 2 χρόνια στην Eurodisneyland, με τα χαμόγελα ευτυχίας και ανεμελιάς ζωγραφισμένα στα προσωπα και των τριών τους. Η ματιά της Μαργαρίτας ταξίδεψε και σε αυτή τη φωτογραφία και οι τύψεις έγιναν ακόμα μεγαλύτερες και βάρυναν την ψυχή της διότι  συνειδητοποίησε πως με όλα αυτά, τις είχε λίγο παραμελήσει . Δεν είχε μιλήσει στην Έλενα ακόμα, δεν ήξερε αν ήταν λόγω έλλειψης χρόνου, ή αν το ανέβαλλε επειδή φοβόταν να το κάνει . Ξαφνικά όμως ένιωσε την τεράστια ανάγκη να τη δει. Έπρεπε να της μιλήσει, έπρεπε να της τα πει όλα. Σε αντίθεση με το φόβο της για το Θωμά, η Μαργαρίτα ξαφνικά , χωρίς να ξέρει γιατί, ένιωσε την σιγουριά και την αυτόπεποίθηση ότι η Ελενα θα καταλάβαινε αλλά και θα την βοηθούσε να βγάλει άκρη με όλα αυτά. Ένιωσε σαν χαζή που το ανέβαλλε τοσο καιρό γιατί δεν ήξερε αν έπρεπε να επιτρέψει στην φίλη της να εισχωρήσει στα άδυτα της ψυχής και της ζωής της και να της αποκαλύψει το σκοτεινό μυστικό που κρατούσε μέσα της όλα αυτά τα χρόνια, αλλά και όλα όσα είχε μάθει προσφατα γι’αυτό. Έπρεπε όμως! Και ίσως να κατάφερνε επιτέλους να ανοίξει τον μεγάλο , σφραγισμένο, κίτρινο φάκελο, που είχε φτάσει στα χέρια της εκείνο το πρωί, και που δεν τολμούσε να τον ανοίξει από φόβο για το περιεχόμενό του.

Έκλεισε τον υπολογιστή της, μάζεψε γρήγορα όλα τα χαρτιά που ήταν απλωμένα στο γραφείο της, και τα κλείδωσε στο συρτάρι της. Πήρε τον μεγάλο κίτρινο φάκελο και τον έβαλε στην τσάντα της, φόρεσε το μπεζ Μοντγκόμερύ της και βγήκε από το γραφείο. Τα γραφεία της εφημερίδας είχαν αδειάσει και η μόνη της συντροφιά ήταν η καθαρίστρια η οποία της είπε χαμογελώντας:

-Πάλι ως αργά κυρία Μαργαρίτα;

-Τι να κάνω Σοφάκι μου… δουλειά βλέπεις! Καλό σου βράδυ

-Επίσης καλό βράδυ και … καλό κουράγιο.

Όταν έφτασε στην πόρτα της φίλης της, η Έλενα της ανοιξε λέγοντάς της:

-Δεν το πιστεύω! Ότι ετοιμαζόμουν να σου τηλεφωνήσω μηπως ήθελες να βρεθούμε σήμερα οι δυο μας!

-Τα μεγάλα πνεύματα συναντιούνται αγάπη μου! Στο χω πει, είπε η Μαργαρίτα και καθώς έσκυβε να τη φιλήσει της χάρισε ένα κουρασμένο χαμόγελο.

Η Έλενα την παρατηρούσε από την κορφή ως τα νύχια, προσπαθώντας να διακρίνει τα σημάδια που επιβεβαίωναν όσα της είπε ο Θωμάς. Και τα είδε. Το αδυνατισμένο σώμα της, κουρασμένο βλέμμα της, οι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια, αλλά και το πολύ απλό, για τα δεδομένα της Μαργαρίτας, ντύσιμο, προσέδιδαν πως η φίλη της περνούσε μια δύσκολη περίοδο. Την καλωσόρισε όμως εγκάρδια και υποκρίθηκε πως δεν τα είδε. Η Μαργαρίτα πέρασε στο μεγάλο σαλόνι και αμέσως αναζήτησε την Ισμήνη.

-Την έχει από χθες ο μπαμπάς της. Είπε η Έλενα μαντεύοντας τη σκέψη της.

-Αχ τι κρίμα, την επιθύμησα πολύ, ήθελα να τη δω.

-Δεν πειράζει, θα πω στο Δημήτρη να μας την φέρει νωρίς την Κυριακή, θα έχουμε κανονίσει να είσαι εδώ, και θα την χορτάσεις.

-Πολύ καλή ιδέα χαμογέλασε η Μαργαρίτα και κάθισε στη μεγάλη πολυθρόνα της φίλης της, έγειρε το κεφάλι πίσω και για άλλη μια φορά έκλεισε τα μάτια της.

-Είσαι καλά; τη ρώτησε ανήσυχη η Έλενα.

-Όχι ιδιαίτερα.

13084810943_3d61777961-Τι έχει συμβεί Μαργαριτάκι; Έχουμε τόσο καιρό να τα πούμε και, το παρατήρησα μόλις μπήκες αλλά φαίνεσαι τόσο κουρασμένη, τοσο διαφορετική. Τι έγινε;

-Έχω πολλά να σου πω… έχεις χρόνο;

-Ναι φυσικά. Απεριόριστο. Άλλωστε σου είπα είχα σκοπό να σου τηλεφωνήσω να περάσουμε τη βραδιά οι δυο μας.

-Τέλεια… κρασί έχεις;

-Φυσικά! Το αγαπημένο σου!

-… θα το χρειαστούμε.

-Λοιπόν κάθε πράγμα με τη σειρά του. Εσύ πήγαινε στο δωματιό μου να βρεις ένα ζευγάρι καθαρές πιζάμες και χμμμ μήπως θα ήθελες να κάνεις ένα ντους να χαλαρώσεις;

-Όχι όχι δεν χρειάζεται, σ’ευχαριστώ. Οι πιζάμες είναι μια χαρά.

-Εντάξει, πήγαινε λοιπόν να αλλάξεις όσο εγώ θα μας βάζω κρασί και κάτι να τσιμπήσουμε.

HΜαργαρίτα κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο της φίλης της ενώ εκείνη βιαστικά έστειλε ένα μήνυμα στο Θωμά:

«Είναι εδώ, μην ανησυχήσεις, κάνε της αν θέλεις ένα τηλεφώνημα τάχα ότι την ψάχνεις αν δεν σε πάρει η ίδια»

 

Αστραπιαία έλαβε την απάντηση του φίλου της;

«Πως είναι;»

 

Και του απάντησε:

«Όχι πολύ καλά αλλά έχω την εντύπωση ότι απόψε θα λυθεί το μυστήριο. Προσπάθησε να ηρεμήσεις και να ξεκουραστείς. Καληνύχτα»

Λίγη ώρα αργότερα οι δυο φίλες κάθονταν αντικρυστά στο μεγάλο καναπέ, κρατώντας στα χέρια τους από ένα ποτήρι με το αγαπημένο τους κόκκινο κρασί. Τα πρώτα λεπτά η Μαργαρίτα καθόταν εκεί αμίλητη , ενώ το βλέμμα της πλανιόταν στο άγνωστο. Η Έλενα θέλησε να της δώσει το χρόνο της να ηρεμήσει και να ξεκινήσει μόνη της να της μιλάει.

-Μάλλον θα πρέπει να πάρω ένα τηλέφωνο τον Θωμά να τον ενημερώσω ότι είμαι μαζί σου, θα ανησυχεί, έσπασε εκείνη τη σιωπή.

-Το έκανα εγώ, απάντησε η Έλενα.

-Ε; Πως το σκέφτηκες; απόρησε εκείνη.

Η Έλενα αποφάσισε ότι ήθελε να είναι ειλικρινής με τη φίλη της και να μην παίζουν παιχνιδάκια σαν έφηβοι.

-Είχε έρθει εδώ το απόγευμα ο Θωμάς Μαργαρίτα μου. Ανησυχούσε πολύ για εσένα και ήθελε να δει αν ξέρω τίποτα για να μπορέσω να τον βοηθήσω να καταλάβει τι συμβαίνει. Στην αρχή είχα πει ότι δεν θα σου πω τίποτα αλλά δεν είμαστε δεκαπεντάχρονα κορίτσια. Ο Θωμάς είναι πολύ φοβισμένος, μου περιέγραψε την κατάσταση και μου ζήτησε τη βοήθειά μου. Και δεν σου λέω ψέματα γιατί τώρα που θα μου πεις τι έγινε, θα πρέπει και να μου πεις αν θέλεις να του τα πούμε. Από εσένα εξαρτάται

-Και τι του είπες;

-Την αλήθεια, ότι δεν σε έχω δει σχεδόν καθόλου, ότι δεν έχω την παραμικρή ιδέα τι σου συμβαίνει και πως είχα σκοπό να σου τηλεφωνήσω σήμερα. Και μόλις ήρθες του έστειλα ένα μήνυμα ότι είσαι εδώ και είσαι καλά. Τον λυπήθηκα μωρέ. Σε αγαπάει.

-Κι εγώ τον αγαπάω… δεν φαντάζεσαι πόσο.

-Ε και γιατί τόσο καιρό τον έχεις στην άκρη και δεν του λες τι σου συμβαίνει; Έχει τρομάξει!

-Θα στα πω όλα και θα καταλάβεις.

-Εντάξει, της χαμογέλασε εκείνη με κατανόηση. Ξεκίνα όποτε θέλεις εσύ.

-Ελενάκι, πριν ξεκινήσω θέλω να σου ζητήσω μια μεγάλη συγνώμη.

-Για ποιο πράγμα;

-Αφενός που εξαφανίστηκα έτσι και παραμέλησα και το παιδί, κι αφετέρου γιατί δεν σου έχω πει όλη την αλήθεια για τη ζωή μου. Αλλά τώρα θα στα πω όλα και θα καταλάβεις.

Η Έλενα άπλωσε το χέρι της και έπιασε το χέρι της Μαργαρίτας λέγοντας της:

-Όλα καλά… πες μου.

-Καταρχήν δεν γεννήθηκα και δεν μεγάλωσα στην Καβάλα όπως σου είχα πει, αλλά σε ένα χωριό έξω από αυτήν.3770932290_eee8656341 Βασικά, ούτε χωριό δεν ήταν. Ένας μικρός οικισμός από είκοσι με εικοσιπέντε σπίτια, μια μικρή κοινωνία σχεδόν όλοι συγγενείς μεταξύ μας. Οι γονείς μου , στο έχω πει πολλές φορές, ήταν πολύ σκληροί μαζί μου και ποτέ δεν πήρα την αγάπη που έπρεπε να λάβει ένα παιδί. Πέρασα δύσκολα παιδικά και εφηβικά χρόνια. Ο λόγος του πατέρα μου ήταν νόμος, και η μητέρα μου, με τη θελησή της συναινούσε στην συμπεριφορά του απέναντί μου και μάλιστα και η ίδια φερόταν ακριβώς το ίδιο. Έτρωγα ξύλο για «ψύλλου πήδημα» ενώ δεν είχα κανένα δικαίωμα να εκφέρω την άποψή μου και τη γνώμη μου για τίποτα πόσο μάλλον να ζητήσω κάτι.

Καθώς ήμασταν μόνο 7-8 παιδιά πηγαίναμε στο σχολείο του διπλανού χωριού. Σου μιλάω για τρόπο και συνθήκες ζωής που παρέπεμπαν, τουλάχιστον σε μια τριανταετία πίσω. Στο διπλανό από εμάς σπίτι, έμενε ένας μακρινός συγγενής του πατέρα μου με τη γυναίκα του και τα δυο τους αγόρια. Αν κι εγώ δεν τον συμπαθούσα, χωρίς ιδιαίτερο λόγο μου προκαλούσε μια αποστροφή, εκείνος μου είχε τρομερή αδυναμία και μου το έδειχνε. Στα δεκαπέντε μου κατάλαβα γιατί. Ένα βράδυ με ακολούθησε στο δρόμο από το σπίτι μας ως στο σπίτι της γιαγιάς μου, με στρίμωξε στα μισά του δρόμου, εκεί ήταν και ερημιές βλέπεις, το ένα σπίτι ήταν μακριά από το άλλο, και δεν χρειάζεται νομίζω να μπω σε λεπτομέρειες για το τι ακολούθησε. Δεν μπορώ άλλωστε. Και μόνο που έρχονται αυτές οι εικόνες στο μυαλό μου…..

Η Μαργαρίτα διέκοψε για λίγο την αφήγησή της και σήκωσε τα μάτια από το ποτήρι , στο οποίο τα είχε στυλωμένα όση ώρα μιλούσε, και κοίταξε τη φίλη της για να δει τις αντιδράσεις της. Η Έλενα είχε μείνει άναυδη και με το στόμα ανοιχτό και προσπαθούσε να μην δείξει στην φίλη της τη φρίκη που ένιωθε. Της έσφιξε απλά το χέρι και της είπε χαμηλόφωνα:

-Δεν χρειάζεται να μπεις σε λεπτομέρειες καλή μου. Συνέχισε…

-Αυτό επαναλήφθηκε δυο-τρεις φορές και εκτός του ότι σιχαινόμουν τον ίδιο μου τον εαυτό, πονούσα και ένιωθα μόνη. Τόσο μόνη. Δεν ήξερα σε ποιον να το πω και νόμισα ότι κανείς δεν θα με πίστευε αλλά και δεν θα άλλαζε και τίποτα. Άλλωστε … δεν ήμουν και η μόνη κοπέλα του χωριού που της συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ήταν κοινό μυστικό πως όλες οι έφηβες της κοινότητας ζούσαν το δικό τους μαρτύριο …

-Καλά σοβαρά μιλάς τώρα; την διέκοψε η φίλη της.

-Σοβαρότατα, απάντησε με μια πικρία η φίλη της. Κάποια στιγμή λοιπόν συνειδητοποίησα ότι ήμουν έγκυος. Αναγκάστηκα λοιπόν να μιλήσω στους γονείς μου , και να τους πω όλη την αλήθεια. Για πρώτη φορά είδα στο βλέμμα του πατέρα μου την θλίψη, τον πόνο και την αποστροφή. Για πρώτη  φορά με αγκάλιασε και μου είπε πως όλα θα πάνε καλά. Αλλά και για μια και μοναδική φορά τον λυπήθηκα γιατί με τον τρόπο του ήταν σαν να μου έλεγε πως δεν μπόρεσε να με προστατέψει και πως ήταν ανήμπορος να αλλάξει την κατάσταση αυτή. Την επόμενη μέρα όμως επέστρεψε ο παλιός του εαυτός, απλά όσο καιρό ήμουν έγκυος δεν ακούμπησε ποτέ το χέρι του πάνω μου. Λίγο πριν γεννήσω, το κάθαρμα που μου κατέστρεψε τη ζωή εξαφανίστηκε από το χωριό. Δεν έμαθα ποτέ ούτε πως ούτε γιατί αλλά ούτε και που πήγε, και για να σου πω την αλήθεια δεν ρώτησα κιόλας.

-Το μωρό; Τη ρώτησε αποσβολωμένη από τα όσα άκουγε η Έλενα.

-Το μωρό το περίμενα πως και πως. Ένιωθα σαν ένα κοριτσάκι που περίμενε να πάρει στα χέρια του μια6607096583_62aebca963 ολοκαίνουρια κούκλα, να τη φροντίσει και να τη γεμίσει από την αγάπη που δεν πήρε ποτέ. Είχα δύσκολη εγκυμοσύνη όμως, και ακόμα πιο δύσκολη γέννα. Γέννησα στο σπίτι, με πρωτόγονες συνθήκες, με καισαρική τομή μάλιστα διότι λιποθύμησα από τους πόνους και την ταλαιπωρία, και όταν ξύπνησα μου είπαν πως το μωρό δεν επιβίωσε. Το πήραν μακριά μου χωρίς καν να προλάβω να δω το κοριτσάκι μου και να το αποχαιρετήσω. Τις δυο πρώτες μέρες οι γονείς μου για τελευταία φορά ήταν συμπονετικοί μαζί μου, με φρόντισαν και μ’ έκαναν να νιώσω ότι επιτέλους έχω κάποιον να ακουμπήσω, να γείρω και να κλάψω. Μετά όμως από δυο μέρες ήταν σαν να μη συνέβη ποτέ τίποτα. Αντιμετώπισαν την όλη κατάσταση σαν απλά να ήμουν άρρωστη, κουβέντα για το παιδί δεν άκουσα ποτέ ξανά αλλά ούτε και μου επιτράπηκε να το αναφέρω ποτέ πάλι. Στα δεκαοχτώ μου ο πατέρας μου, μου βρήκε δουλειά στην Θεσσαλονίκη και με έστειλε εκεί αμέσως μόλις τελείωσα το σχολείο.

Δούλευα ως υπηρέτρια σε ένα σπίτι εύπορης οικογένειας και εκεί, στάθηκα τυχερή στην ατυχία μου. Καταρχήν ο πατέρας μου είχε κάνει συμφωνία με το αφεντικό μου να μην μου δίνει δεκάρα στα χέρια μου αλλά όλος μου ο μισθός να μπαίνει σε έναν λογαριασμό στο όνομά του. Τον είχε πείσει πως είχαμε μεγάλη ανάγκη και πως εκείνος μου έδινε τα απαραίτητα. Καθώς ήταν παλιός γνωστός και είχαν συνεργαστεί επαγγελματικά, τον ήξερε και τον πίστεψε. Η γυναίκα του για έναν περίεργο λόγο με αγάπησε πολύ, σαν να ήμουν δικό της παιδί, και όταν κάποια στιγμή ανακάλυψε τη συμφωνία του άντρα της με τον πατέρα μου , έγινε έξω φρενών. Όταν της αφηγήθηκα όλη μου την ιστορία, από φόβο μήπως εκείνος με πάρει πίσω στο χωριό αν χαλούσε η συμφωνία, είπε στον άντρα της ότι από εδώ και στο εξής θα ήμουν αποκλειστική βοηθός της, και μου έδινε κάθε μήνα η ίδια λίγα χρήματα να τα έχω δικά μου.

Λίγο καιρό αργότερα του μίλησε τελικά για όσα έχω περάσει, εκείνος έφριξε τελείως καθώς ήξερε μεν ότι προέρχομαι από μια παλαιών αρχών οικογένεια αλλά δεν μπορούσε να φανταστεί τι μου είχε συμβεί. Από φόβο λοιπόν κι εκείνος μήπως με πάρουν πίσω, αποφάσισε κάθε μήνα να εξακολουθήσει να δίνει χρήματα στο πατέρα μου, μέχρι να δουν πως θα με βοηθήσουν. Παιδιά δεν είχαν και ένιωσαν σαν να απέκτησαν, μου έδωσαν όλη την αγάπη τους. Έμεινα σχεδόν 2 χρόνια στο σπίτι τους. Τα δυο χρόνια αυτά με τη βοήθεια της κυρίας Αγγέλας, διάβαζα και αποφάσισα να δώσω για μια υποτροφία. Τα κατάφερα. Αρίστευσα και πέρασα στην Ιταλία στη Νομική με όλα τα έξοδα της σχολής πληρωμένα από το ίδρυμα που διοργάνωσε τις εξετάσεις αυτές.

-Α! είναι η «θεία» σου; Που είχατε έρθει μαζί στην Αθήνα την πρώτη χρονιά που γνωριστήκαμε;

-Ναι αυτή είναι! Μα καλά που τα θυμάσαι όλα;

-Φυσικά και τα θυμάμαι! Εχεις ακόμα επικοινωνία μαζί της; Δεν εχω ακούσει τίποτα γιαυτήν από τότε.

-Ναι έχω, μιλάμε πολύ συχνά και όποτε μπορώ τους επισκέπτομαι.

-Με τους γονείς σου; Μου είχες πει ότι τους βλέπεις πολύ σπάνια και πως δεν μπορούν να έρθουν στην Αθήνα.

-Με τους γονείς μου είχα να μιλήσω από τότε που έφυγα από την Ελλάδα Ελενάκι. Η Αγγέλα και ο Κώστας τους είπαν ψέμματα πως έφυγα ξαφνικά μια νύχτα από το σπίτι και το πίστεψαν. Εψαξαν κάποια στιγμή να με βρουν, αλλά η Αγγέλα δεν ξερω πως, το έμαθε, και με προειδοποίησε και κάλυψα τα ίχνη μου. Θυμάσαι μια περίοδο που άλλαζα κινητά κάθε τρεις και λίγο και ξαφνικά μετακόμισα;

-Ναι το θυμάμαι, και θυμάμαι επίσης ότι ποτέ δεν έλαβα μια λογική εξήγηση.

-Δεν με παρεξήγησες όμως!

-Πες με τρελή αλλά όχι! Ξέσπασε σε γέλια η Έλενα. Κοιτα Μαργαρίτα, είχα καταλάβει ότι μου έκρυβες πολλά για την οικογένειά σου, αλλά δεν φαντάστηκα ποτέ ότι είχες περάσει τόσα. Πίστευα απλά ότι για κάποιο λόγο είχατε αποξενωθεί. Φοβόμουν όμως πως αν σε πίεζα θα απομακρυνόσουν και δεν άντεχα να σε χάσω. Ήμουν σίγουρη πως κάποια στιγμή θα μου έλεγες όλη την αλήθεια. Και δεν έπεσα έξω. Αλλά έχω την εντύπωση ότι δεν τελείωσες ακομα.

-Όχι… δεν έχεις ακούσει τίποτα ακόμα.

-Για συνέχισε…

Η Μαργαρίτα ήπιε λίγο κρασί, άναψε ένα ακόμα τσιγάρο, πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε την αφήγηση.

– Τελικά με βρήκαν και όπως ξέρεις από αυτά που σου είχα πει κρατήσαμε μια απλή τυπική επαφή. Τίποτα ιδιαίτερο. Ένα τηλεφώνημα μια φορά στις τόσες, και μια και μοναδική επίσκεψη όλα αυτά τα χρόνια.

7843776394_fe22ab5cfcΠριν λίγες μέρες με επισκέφτηκε στα γραφεία της εφημερίδας μια γυναίκα. Ήταν μεγάλη σε ηλικία, το πρόσωπό της πολύ γερασμένο και δεν την αναγνώρισα στην αρχή. Μόλις άκουσα τη φωνή της ένιωσα σαν να με χτύπησε κεραυνός. Ήταν η γυναίκα του κτήνους που με είχε αφήσει έγκυο και μου είχε καταστρέψει τη ζωή.

-Μου κάνεις πλάκα!

-Καθόλου! Έκανα μεγάλη προσπάθεια να διατηρήσω την ψυχραιμία μου καθώς βρισκόμουν στη δουλειά και δεν ήθελα να δώσω λαβές και δικαιώματα και απλά την ρώτησα τι θέλει και εμφανίζεται μπροστά μου. Και τότε μου ήρθαν τα πάνω κάτω.

Η Ευθαλία, μου αποκάλυψε πως μόλις είπα στους γονείς μου για την εγκυμοσύνη μου ο πατέρας μου χτύπησε τον άντρα της πάρα πολύ άσχημα και τον εκβίασε πως αν δεν εξαφανιστούν από τον οικισμό , θα τον κατέδιδε στην αστυνομία. Εκείνος, φοβισμένος καθώς ένα απλό τεστ θα μπορούσε να αποδείξει την πατρότητα και να τον οδηγήσει σε μπλεξίματα με την αστυνομία και το πιθανότερο και στη φυλακή, αποφάσισε να συμμορφωθεί και να τα μαζέψει μαζί με την οικογένειά του και να φύγουν. Τα πρώτα χρόνια έμειναν στην Αλεξανδρούπολη, από όπου κατάγεται η Ευθαλία, και μόλις εκείνος πέθανε, μετακόμισε με τα παιδιά της που σπούδαζαν, στην Αθήνα.

-Και τι ήθελε και σε θυμήθηκε ξαφνικά; Ήθελε να απολογηθεί εκ μέρους του μακαρίτη; Ρώτησε ειρωνικά η Έλενα.

-Αχ μακάρι να ήταν αυτό, απάντησε η Μαργαρίτα και συνέχισε. Η Ευθαλία, μου αποκάλυψε πως όταν ο πατέρας μου εκβίασε τον Χρήστο να εξαφανιστούν από το χωριό, τον ανάγκασε…. Να πάρει μαζί του και το παιδί μου!!!!

-Δεν μιλάς σοβαρά!!!! Είχε φρίξει εντελώς η Ελενα. Θες να μου πεις ότι η κόρη σου είναι ζωντανή;

Με την αντίδραση αυτή η Μαργαρίτα συνειδητοποίησε για άλλη μια φορά τι συνέβαινε και ξέσπασε σε δυνατούς λυγμούς ενώ η φίλη της την έκλεινε στην αγκαλιά της. Την άφησε για λίγο να κλάψει και να ξεσπάσει, προκειμένου και η ίδια να δώσει χρόνο στον εαυτό της να αφομοιώσει τα όσα είχε ακούσει και να τα βάλει σε μια σειρά στο μυαλό της. Τότε η Μαργαρίτα ανασηκώθηκε, σκούπισε τα μάτια της και προσπάθησε να ηρεμήσει καθώς έπινε λίγο κρασί. Ξαφνικά η Έλενα, γνωστή στη παρέα για το βιτριόλικο και μαύρο χιούμορ της, προσπάθησε να ελαφρύνει λίγο την ατμόσφαιρα λέγοντας της:

-Δεν μου λες βρε φιλενάδα, έχει και συνέχεια το θρίλερ της ζωής σου ή θα βάλουμε καμιά τελεία επιτέλους;

Η Μαργαρίτα και μόνο από το ύφος της φίλης της ξέσπασε σε γέλια παρασύροντας κι εκείνη.

-Αχ να ‘σαι καλά φιλενάδα μου. Είχα πολύ καιρό να γελάσω έτσι . Δυστυχώς νομίζω πως όχι μόνο δεν τελειώσαμε αλλά… μάλλον τώρα αρχίζουν όλα.

-Δηλαδή ;

3685379062_499fbcac69-Δηλαδή εκείνη τη  μέρα, στο άκουσμα της είδησης ότι το παιδί μου, που εδώ και 20 χρόνια θεωρώ νεκρό, ζει και μάλιστα στην ίδια πόλη μ’ εμένα λύγισα. Μ’ έπιασε υστερία, άρχισα να τη βρίζω και να της φωνάζω κι εκείνη τη στιγμή ξέχασα όποια διακριτικότητα ήθελα να κρατήσω στο γραφείο. Ευτυχώς ήταν αργά και οι περισσότεροι είχαν φύγει. Εκείνη προσπαθούσε να με ηρεμήσει και να μου πει πως δεν τελείωσε με όλα όσα ήθελε να μάθω και πως πρέπει να την ακούσω αλλά πραγματικά δεν ήμουν σε θέση. Δυο συνάδελφοι και ο αρχισυντάκτης που δούλευαν ως αργά, άκουσαν την φασαρία κι έσπευσαν να βοηθήσουν. Βλέποντας εμένα σε αυτή τη κατάσταση εξανάγκασαν την Ευθαλία να φύγει και προσπάθησαν να με ηρεμήσουν. Τους παρακάλεσα να μην αναφέρουν σε κανέναν το περιστατικό, και να μην με ρωτήσουν τίποτα κι ευτυχώς τα παιδιά το σεβάστηκαν , αν και δεν αποκλείω το ενδεχόμενο να έχει κυκλοφορήσει στο γραφείο. Τουλάχιστον δεν με ενοχλούν και για την ώρα μου αρκεί.

-Ναι αλλά τώρα πως θα την βρεις να μάθουμε και τα υπόλοιπα; Για να μπει στο κόπο να σε βρει και να στα πει όλα, μάλλον κάτι συμβαίνει Μαργαρίτα μου.

-Μην ανησυχείς. Φρόντισε πριν από εμάς για εμάς. Σήμερα το πρωί έφτασε στα χέρια μου με κούριερ αυτός ο φάκελος, είπε κι έβγαλε το μεγάλο κίτρινο φάκελο από την τσάντα της και τον έδωσε στη φίλη της. Γράφει πάνω τη διεύθυνσή της.

-Και τι έχει μέσα αν επιτρέπεται;

-Δεν ξέρω….. δεν τον έχω ανοίξει ακόμα…. Φοβάμαι.

-Και πότε σκοπεύεις να τον ανοίξεις δηλαδή;

12251223916_7f1f39de67-Δεν θα τον ανοίξω εγώ…. Εσυ θα το κάνεις. Γι’αυτό τον έφερα μαζί μου.

Η Έλενα κράτησε τον φάκελο στα χέρια της σαν να ήταν κάτι έυθραυστο και πολύτιμο, και φοβόταν μήπως το σπάσει.

-Είσαι έτοιμη; Τη ρώτησε και μόλις εκείνη αποκρίθηκε θετικά έσκισε το πάνω μέρος του φακέλου και έβαλε μέσα το χέρι της προκειμένου να αποκαλύψει το περιεχόμενό του.

Photos from:

李甘特 Li Gan Te koalazymonkey blmurch Idhren NeoGaboX Gaga℘i✗ ValetheKid sara biljana (account closed) h.koppdelaney

Print Friendly, PDF & Email